To Volkswagen T-Roc δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Λανσαρίστηκε το 2017 και με περισσότερες από δύο εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως θα μπορούσαμε να πούμε πως έβαλε για τα καλά τη Volkswagen στον χάρτη των Β-SUV.
To 2025 αναδείχθηκε το πιο καλοπουλημένο SUV στην Ευρώπη, την ώρα που σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΣΕΑΑ, στην Ελλάδα κυκλοφορούν πάνω από 15.000 T-Roc. Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, ο πήχης για τη δεύτερη γενιά τοποθετείται πολύ ψηλά. Και αυτό θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι και η μεγάλη πρόκληση για το Wolfsburg. Πώς δηλαδή θα μπορούσε να βελτιώσει μια έτσι κι αλλιώς πολύ εύγεστη συνταγή χωρίς να αλλοιώσει τον χαρακτήρα της.
Η δεύτερη γενιά του Volkswagen T-Roc έρχεται σημαντικά βελτιωμένη και με ξεκάθαρο προσανατολισμό. Να προσφέρει άνεση, ασφάλεια και τεχνολογική πληρότητα με τρόπο ουσιαστικό και ισορροπημένο
Για κάποιους, η λύση της εξίσωσης, η πολυπόθητη ισορροπία φαντάζει δύσκολη. Η Volkswagen όμως φαίνεται να την γνωρίζει καλά καθώς εστιάζει στην ουσία, αναβαθμίζοντας τα σημεία που διευκολύνουν πρακτικά την καθημερινότητα του οδηγού.
Χωρίς να αποποιείται την εταιρική ταυτότητα, το νέο Volkswagen T-Roc φιγουράρει με μια ολότελα φρέσκια και νεανική εικόνα, που παραπέμπει στα μοντέλα της οικογένειας ID. και τα μεγαλύτερα Tiguan και Tayron. Το ανασχεδιασμένο εμπρός μέρος με το πιο έντονα σμιλεμένο καπό, τις νευρώσεις και τα μακρόστενα φώτα LED - στάνταρ σε όλες τις εκδόσεις- δημιουργεί πιο μυώδη και δυναμική αίσθηση.
Στις πλουσιότερες εκδόσεις δε, οι φωτιστικές μονάδες IQ.LIGHT LED Matrix, σε συνδυασμό με τη φωτεινή λωρίδα και τους φωτιζόμενους λογότυπους εμπρός και πίσω χαρίζουν μια πολύ ιδιαίτερη και εντυπωσιακή φωτεινή υπογραφή, ειδικά τη νύχτα. Οφείλουμε να σταθούμε στα φώτα, μιας και πρόκειται για μια τεχνολογία που δεν συναντάς εύκολα στην κατηγορία.
Κάθε μονάδα αποτελείται από ανεξάρτητα micro LED, τα οποία μπορούν να ενεργοποιούνται ή να σβήνουν αυτόματα, με τη δέσμη να προσαρμόζεται διαρκώς στις συνθήκες της διαδρομής. Μέσω της κάμερας στο παρμπρίζ, το σύστημα αναγνωρίζει τα αυτοκίνητα που κινούνται εμπρός ή στο αντίθετο ρεύμα και απενεργοποιεί επιλεκτικά συγκεκριμένα τμήματα της δέσμης, δημιουργώντας «σκιές» ώστε να μην τυφλώνει άλλους οδηγούς. Έτσι, ο δρόμος εμπρός παραμένει απόλυτα φωτισμένος, απαλλάσσοντάς σε ταυτόχρονα από τον επιπλέον φόρτο του χειροκίνητου χειρισμού των φώτων.
Στο προφίλ του αυτοκινήτου, οι καθαρές γραμμές σε συνδυασμό με την κεκλιμένη γραμμή οροφής και τη νικελένια φάσα που αναδεικνύει τη διχρωμία του αυτοκινήτου της δοκιμής μας προσδίδουν ακόμα περισσότερο κύρος στο Τ-Roc. Σημαντική λεπτομέρεια, που δεν φαίνεται με το μάτι, ο συντελεστής οπισθέλκουσας με Cd 0,29 είναι 10% βελτιωμένος σε σχέση με την απερχόμενη γενιά. Συνθήκη που όχι μόνο συμβάλλει στην πιο σύγχρονη εικόνα αλλά έχει μέρισμα στη μείωση της κατανάλωσης και του θορύβου που περνά στην καμπίνα. Πίσω, οι γραμμές είναι πιο εκλεπτυσμένες και η ενιαία φωτιζόμενη μπάρα δίνει μια πιο πολυτελή νότα, τονίζοντας το πλάτος του γερμανικού SUV.
Συνολικά λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με ένα καλαίσθητο και μοντέρνο αυτοκίνητο που στέκεται εμπρός σου με ακόμα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Και παρά την αύξηση στις διαστάσεις, παραμένει κόμπακτ και ευέλικτο, χωρίς χάνει την ομοιογένεια και τη στιλιστική αρμονία του. Πατά στη νεότερη εκδοχή της πλατφόρμας MQB evo -αρχιτεκτονική που εδώ και χρόνια έχει καταθέσει τα διαπιστευτήριά της- και το μήκος έχει κερδίσει 12 πόντους, φτάνοντας πλέον τα 4,37 m. Αυξημένο κατά 9 cm είναι το πλάτος και το ύψος, 1,83 m και 1,56 m αντίστοιχα, ενώ το μεταξόνιο έχει κερδίσει 3 cm, φτάνοντας τα 2,63 m.
Αναμενόμενα λοιπόν, η αύξηση στις διαστάσεις μεταφράζεται σε αισθητά μεγαλύτερη ευρυχωρία είτε κάθεσαι εμπρός είτε πίσω. Η θέση οδήγησης είναι πιο ψηλά τοποθετημένη συγκριτικά με το παρελθόν και τα καθίσματα πιο άνετα και αναπαυτικά. To τιμόνι ρυθμίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις κι έτσι βρίσκεις στο άψε σβήσε την ιδανική θέση.
Ακόμα καλύτερη όμως είναι η εικόνα για τους πίσω. Ο χώρος για τα γόνατα έχει αυξηθεί κατά 3 cm με αποτέλεσμα ψηλόσωμοι ενήλικοι, άνω του 1,85 m, να κάθονται ακόμα πιο άνετα και χωρίς την παραμικρή παραχώρηση σε μεγάλα ταξίδια. Έχοντας στη διάθεσή τους ξεχωριστό πάνελ για τον κλιματισμό και υποβραχιόνιο με δύο ποτηροθήκες. Παράλληλα, το πλάτος της καμπίνας είναι καλό και η μεταφορά τρίτου ενήλικου θα γίνει μεν, αλλά με τις απαραίτητες παραχωρήσεις που θα πρέπει να κάνει σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο αυτού του μεγέθους.
Η πολύ σωστή εκμετάλλευση χώρων πλαισιώνεται από το μεγαλύτερο, κατά 30 lt πορτμπαγκάζ που φτάνει τα 475 lt. Τιμή που τοποθετεί το νέο Volkswagen T-Roc στο άνω άκρο της κατηγορίας. Στα θετικά, το χαμηλό κατώφλι που διευκολύνει τη φόρτωση ογκωδών αντικειμένων και η ύπαρξη ηλεκτρικής πόρτας (προαιρετικός εξοπλισμός).
Τη συνολική αναβάθμιση της καμπίνας σφραγίζει το πλουσιότερο τεχνολογικό υπόβαθρο και η ακόμα καλύτερη ποιότητα κατασκευής. Στα σημεία που ακουμπά το χέρι σου, οι επιφάνειες καλύπτονται από ωραία, μαλακά υλικά και υφασμάτινες επενδύσεις πρώτης διαλογής, που σε συνδυασμό με τη διχρωμία στα καθίσματα, τις πόρτες και το ταμπλό δημιουργούν μια αίσθηση πολυτέλειας και ζεστασιάς. Στα χαμηλότερα σημεία χρησιμοποιούνται σκληρά πλαστικά, τα οποία είναι σχολαστικά ταιριασμένα μεταξύ τους και τελικά, σε πείθουν για την αντοχή και την ανθεκτικότητά τους στον χρόνο.
Την ψηφιακή εμπειρία αναλαμβάνουν δύο μεγάλες οθόνες. Πίσω από το τιμόνι, ο οδηγός έχει στη διάθεσή του έναν ψηφιακό πίνακα οργάνων 10” (8” στις πιο απλές εκδόσεις) με καθαρές απεικονίσεις και πολλές δυνατότητες εξατομίκευσης των παραμέτρων. Στο κέντρο ξεχωρίζει η μεγάλη οθόνη 12,9” (10,3” η στάνταρ) που αναλαμβάνει την ενημέρωση και την ψυχαγωγία των επιβατών. Υποστηρίζει το τελευταίας γενιάς infotainment της Volkswagen, προσφέροντας όλα τα σύγχρονα στοιχεία συνδεσιμότητας, πρόσβαση στο ChatGPT και φυσικά, ελληνικό μενού.
Τα γραφικά είναι βελτιωμένα σε σχέση με το παρελθόν, ομοίως και η ταχύτητα και η απόκριση στις εντολές του οδηγού. Το μενού είναι πιο φιλικό προς τον χρήστη, λογικά διαρθρωμένο και διαισθητικό με αποτέλεσμα να γνωρίζεις σχεδόν αμέσως πού βρίσκεται κάθε τι στην οθόνη. To παρών συνεχίζει να δίνει η φωνητική βοηθός IDA που επιτρέπει εύκολο χειρισμό πολυάριθμων λειτουργιών του αυτοκινήτου και του infotainment με τη χρήση φυσικής γλώσσας.
Η εργονομία είναι πολύ σωστά μελετημένη, με την Volkswagen να ακούει το κοινό της επαναφέροντας τους φυσικούς διακόπτες στο τιμόνι. Και θα έπαιρνε άριστα, αν διατηρούσε το ξεχωριστό πάνελ για τον χειρισμό του κλιματισμού που έχει μεταφερθεί εξ ολοκλήρου στην οθόνη. Στο κάτω μέρος της υπάρχει μια μπάρα με καρφιτσωμένες συντομεύσεις για να έχεις πάντα εύκολη και γρήγορη πρόσβαση. Αλλά όπως και να το κάνουμε, δεν συγκρίνεται με την ευκολία των φυσικών κουμπιών.
O λεβιές του αυτόματου κιβωτίου έχει μεταφερθεί στην κολόνα του τιμονιού απελευθερώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο χώρο στην κεντρική κονσόλα. Όπου πλέον τοποθετείται ο νέος περιστροφικός διακόπτης Driving Experience Control, όπως ακριβώς στα μεγαλύτερα αδερφάκια του. Ένα εύχρηστο χειριστήριο, με ενσωματωμένη οθόνη TFT LCD, μέσω της οποίας μπορείς να ρυθμίσεις την ένταση του ηχοσυστήματος, να επιλέξεις το προφίλ οδήγησης που επιθυμείς και να ρυθμίσεις τον εσωτερικό φωτισμό.
Ο τελευταίος προσφέρει ανάλογα με την έκδοση έως και 30 επιλογές χρωμάτων και εκτείνεται σε τρία επίπεδα: Το περίγραμμα του ταμπλό, το εσωτερικό των θυρών και το τμήμα του ταμπλό εμπρός από τον συνοδηγό.
Παράπονα δεν υπάρχουν ούτε από την πρακτικότητα μιας και θα βρεις μπόλικους χώρους για μικροπράγματα. Έχουμε λοιπόν ποτηροθήκες στις πόρτες και στην κεντρική κονσόλα, βάση για επαγωγική φόρτιση, υποβραχιόνιο χωρητικότητας 5,5 lt, τέσσερις θύρες USB-C (δύο εμπρός, δύο πίσω), τσέπες στην πλάτη των εμπρός καθισμάτων…
Μετά λόγου γνώσεως λοιπόν, μιλάμε για μια καμπίνα που αναπνέει στην πολυτελή κατηγορία. Όχι μόνο λόγω της ποιοτικής και όμορφα παρουσιασμένης καμπίνας, αλλά κυρίως λόγω των ανέσεων και του πλούσιου εξοπλισμού που συνήθως συναντάς σε πολύ μεγαλύτερα και ακριβότερα μοντέλα. Ενδεικτικά να αναφέρουμε πως θα βρεις εργονομικά καθίσματα ergoΑctive (θερμαινόμενα και με λειτουργία μασάζ στις πλουσιότερες εκδόσεις), head-up display και ηχοσύστημα Harman Kardon 480 Watt με εννέα ηχεία και subwoofer.
Όπως προείπαμε, το νέο Volkswagen T-Roc πατά στη πλατφόρμα MQB evo και έρχεται με μια νέα γκάμα εξηλεκτρισμένων κινητήρων, με ό,τι θετικό αυτό συνεπάγεται στον τομέα της κατανάλωσης και των εκπομπών CO2. Οι υποψήφιοι αγοραστές έχουν στη διάθεσή τους δύο επιλογές: τον 1.500άρη TSI evo2 που αποδίδει 116 ίππους και 220 Nm ή 150 ίππους και 250 Nm.
Το υβριδικό σύστημα αποτελείται από μια από μία 48βολτη μπαταρία ιόντων λιθίου και μια ενσωματωμένη μίζα-γεννήτρια με 19 PS και 56 Nm. Ο βενζινοκινητήρας λειτουργεί στον θερμοδυναμικό κύκλο Miller και εξοπλίζεται με τούρμπο μεταβλητής γεωμετρίας, ψεκασμό υψηλής πίεσης έως 350 bar και τεχνολογία απενεργοποίησης κυλίνδρων (ACTplus), για περισσότερη οικονομία σε συνθήκες με χαμηλό φορτίο. Σε όλες τις εκδόσεις, η κίνηση περνά στους εμπρός τροχούς μέσω του διπλοσύμπλεκτου αυτόματου DSG επτά σχέσεων.
Κατά τη διάρκεια της δοκιμής, βρεθήκαμε πίσω από το τιμόνι της ισχυρότερης έκδοσης, με τους 150 PS. Από τα πρώτα μέτρα, αντιλαμβάνεσαι πως το θερμικό μοτέρ σβήνει τελείως όταν αφήνεις το γκάζι και το αυτοκίνητο ρολάρει ελεύθερα, με την επανεκκίνηση να γίνεται τελείως βελούδινα, χωρίς κανένα θόρυβο ή σκορτσάρισμα. Με αυτό το δεδομένο λοιπόν, εντός πόλης η κατανάλωση μόλις που ξεπερνά τα 7 lt/100 km, επίδοση πολύ καλή για SUV 150 ίππων. Στο ταξίδι πέφτει ακόμα περισσότερο, στα πέριξ των 5,5 lt/100 km. Και σε όλη τη διάρκεια της δοκιμής μας, δεν ξεπέρασε τα 7,7 lt/100 km.
Το «150άρι» T-Roc αποδεικνύεται σβέλτο, όπως άλλωστε υποδηλώνουν και οι επιδόσεις του: 0-100 km/h σε 8,9” και τελική ταχύτητα 212 km/h. To τράβηγμα είναι μεστό από χαμηλά και κορυφώνεται γραμμικά στις μεσαίες, με την απόκριση του γκαζιού ανεξάρτητα από το επιλεγμένο προφίλ (Eco, Normal, Sport και Individual) να δείχνει την προθυμία και την έκταση του μοτέρ. Σε καμία απολύτως συνθήκη δεν θα νιώσεις πως σου λείπει δύναμη. Είτε οδηγείς μόνος σου σε μια χαλαρή διαδρομή είτε επιχειρείς να προσπεράσεις σε ανηφορικό κομμάτι με πλήρες φορτίο από επιβάτες και αποσκευές.
Ο 1.500άρης TSI και το αυτόματο DSG ήταν και παραμένει ο καλύτερος και πιο ισορροπημένος συνδυασμός κινητήρα-κιβωτίου που θα συναντήσεις στην κατηγορία. H κλιμάκωση είναι σωστή, οι αλλαγές ταχύτατες και πραγματοποιούνται εκεί ακριβώς που θέλεις. Μόνο στο κατέβασμα, όταν κινείσαι γρήγορα, θα μπορούσες να ζητήσεις κάτι παραπάνω, μιας και το κιβώτιο παρουσιάζει μια μικρή διστακτικότητα. Αν όμως πάρεις τον έλεγχο από τα paddle όλα γίνονται πιο γρήγορα.
Ένα ακόμα σημείο που αντιστοιχεί σε αυτοκίνητο μεγαλύτερης κατηγορίας είναι η γεωμετρία της ανάρτησης: με γόνατα μακφέρσον εμπρός και πολλαπλούς συνδέσμους πίσω σε όλες τις εκδόσεις, σε αντίθεση με την πλειονότητα του ανταγωνισμού που προτιμά τη λύση του ημιάκαμπτου άξονα.
Ακόμα και με το 45άρι προφίλ των ελαστικών και τις 19άρες ζάντες της έκδοσης Style μπορείς να αδιαφορείς και να περνάς πάνω από τις περισσότερες λακκούβες χωρίς να σφίγγεις τα δόντια. Μόνο οι πραγματικά μεγάλες εγκάρσιες ανωμαλίες με μικρή ταχύτητα θα γίνουν πιο αισθητές στην καμπίνα. Η κύλιση πάντως είναι βελτιωμένη σε σχέση με την πρώτη γενιά.
Υπό πίεση, το Volkswagen T-Roc δεν δείχνει έξω από τα νερά του. To εμπρός μέρος είναι πιο άμεσο από αυτό που περιμένεις από ένα μικρό SUV και το τιμόνι έχει σωστό βάρος. Δεν φτάνει στο επίπεδο ακρίβειας του Puma ή της Junior, αλλά σου επιτρέπει να γνωρίζεις πάντα πού βρίσκονται οι εμπρός τροχοί.
Παρά το γεγονός ότι το αυτοκίνητο της δοκιμής δεν εξοπλιζόταν με την προαιρετική, ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενη ανάρτηση DCC Pro, η κλίση στις στροφές είναι περιορισμένη και το περιθώριο πλευρικής πρόσφυσης πραγματικά υψηλό, κάνοντάς σε να εμπιστεύεσαι απόλυτα το αυτοκίνητο. Μόνο εάν το παρακάνεις υπερβολικά σε πιο κλειστά κομμάτια το εμπρός μέρος θα ανοίξει την τροχιά του. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ηλεκτρονικά θα επέμβουν, επαναφέροντας την τάξη. Τα φρένα αν και λόγω της ανάκτησης δεν προσφέρουν την καλύτερη δυνατή αίσθηση είναι αποδοτικά και δεν έδειξαν να δυσανασχετούν υπό καμία συνθήκη.
Στον ανοιχτό δρόμο, το Volkswagen T-Roc κινείται με μεγάλη σιγουριά και σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες. Μπορεί να ταξιδεύει για ώρες δίχως να δείξει σημάδια κόπωσης, άρα και δίχως να κουράσει τους επιβάτες. Η ηχομόνωση είναι εξαιρετική, κρατώντας μακριά από την καμπίνα αεροδυναμικούς θορύβους που συνήθως συναντάς στα 120-130 km/h. Παρατηρήσαμε επίσης πως το Travel Assist λειτουργεί πιο ομαλά χάρη στη νέα έκδοση λογισμικού και τους βελτιωμένους αισθητήρες. Με πιο απλά λόγια, το T-Roc μπορεί να στρίβει, να φρενάρει και να επιταχύνει αυτόματα ακολουθώντας τα νόμιμα όρια. Πάντα όμως θα πρέπει να έχεις τα χέρια σου στο τιμόνι για να επιβεβαιώσεις πως βρίσκεσαι σε ετοιμότητα.
Μέσα από τη μεγάλη εικόνα, είναι προφανές πως το νέο Volkswagen T-Roc βάζει δύσκολα στον ανταγωνισμό. Σε όλα τα επίπεδα. Είναι διαθέσιμο σε τέσσερις εκδόσεις εξοπλισμού (Trend, Life, Style και R-Line), ξεκινώντας από €28.590 (1.5 eTSI 116 PS). Τιμή που ανεβαίνει στις €31.390 για τo T-Roc των 150 PS (διαθέσιμο από το επίπεδο εξοπλισμού Life και πάνω).
Προφανώς λοιπόν και δεν μιλάμε για ένα φθηνό αυτοκίνητο. Η τιμή του όμως δικαιολογείται απόλυτα από τον πλούσιο βασικό εξοπλισμό που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει: προβολείς LED, πίσω φώτα LED, μπάρες οροφής, σύστημα εκκίνησης χωρίς κλειδί, ηλεκτρικό χειρόφρενο με λειτουργία auto hold, ψηφιακό πίνακα οργάνων 8”, κεντρική οθόνη αφής 10,3”, cruise control, ενεργό σύστημα διατήρησης λωρίδας κυκλοφορίας, υποβοήθηση εμπρός διασταυρούμενης κυκλοφορίας…
Το νέο Volkswagen T-Roc αποδεικνύει ότι η πραγματική αναβάθμιση δεν βασίζεται μόνο σε μεγάλες οθόνες και φωτιζόμενους λογότυπους, αλλά στη συνολική αίσθηση ποιότητας που εισπράττεις καθημερινά. Στην αθόρυβη κύλιση, στη στιβαρότητα, στην αίσθηση ότι καμία λεπτομέρεια δεν έχει αφεθεί στην τύχη. Το ποσό που χρειάζεται να εκταμιεύσεις δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Αγοράζεις όμως ένα από τα πιο ισορροπημένα και ολοκληρωμένα Β-SUV της αγοράς. Κάτι που αντιλαμβάνεσαι με τρόπο πειστικό σε κάθε χιλιόμετρο.
| Volkswagen T-Roc 1.5 eTSI 150 PS | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Τι λέει το DRIVE | Σφόδρα βελτιωμένο σε σχέση με την πρώτη γενιά, είναι το πιο ολοκληρωμένο και premium B-SUV της ελληνικής αγοράς. Και το πιο ακριβό. Ό,τι πληρώνεις, παίρνεις. | |||||
| Τιμή | Από €31.390 | |||||
| ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ | ||||||
| Τεχνολογία | MHEV, κινητήρας βενζίνης 1.498 cc, i4, 16v, 2 ΕΕΚ, άμεσος ψεκασμός, τούρμπο μεταβλητής γεωμετρίας, ιντερκούλερ, τεχνολογία απενεργοποίησης κυλίνδρων, μίζα-γεννήτρια 19 PS και 56 Nm, μπαταρία ιόντων λιθίου, κίνηση εμπρός, αυτόματο κιβώτιο διπλού συμπλέκτη επτά σχέσεων | |||||
| Απόδοση | 150 PS/5.000-6.000 rpm, 250 Nm/1.500-3.500 rpm | |||||
| Διαστάσεις | 4.372 x 1.828x 1.573 mm | |||||
| Χώρος αποσκευών | 475-1.350 lt | |||||
| Βάρος | 1.474 kg | |||||
| ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ | ||||||
| 0-100 km/h | 8,9" | |||||
| Τελική ταχύτητα | 212 km/h | |||||
| Μέση κατανάλωση* | 7,7 lt/100 km | |||||
| Εκπομπές CO2 | 130 g/km | |||||
| *Μέτρηση DRIVE | ||||||
| Φωτογραφίες DRIVE Media Group/Θανάσης Κουτσογιάννης | ||||||





