Οδηγούμε το νέο Ariel Nomad

Είναι το πανάλαφρο, κεντρομήχανο, παντός δρόμου μοντέλο, το πιο απολαυστικό στην οδήγηση αυτοκίνητο που υπάρχει σήμερα;

Η τελευταία φορά που βίωσα τέτοιον έλεγχο από ανάρτηση ήταν από τη θέση του συνοδηγού ενός αγωνιστικού Mitsubishi Pajero Rally Raid.

Το Ariel Nomad κινείται σε έναν άδειο δρόμο, με ορατότητα, αλλά με πολύ ανώμαλη άσφαλτο και συνεχείς στροφές. Και κινείται με ρυθμό που θα έβγαζε εκτός πορείας και εκτός ελέγχου οποιοδήποτε σκληροπυρηνικό ή ελαφρύ σπορ αυτοκίνητο. Σίγουρα αυτός ο ρυθμός θα αποδεικνυόταν υπερβολικός για την ανάρτηση ενός Ariel Atom.

Και όμως, το Nomad μένει ατάραχο και το τιμόνι του σταθερό καθώς παρακολουθώ τους τροχούς 18 ιντσών, με τα μετρίων διαστάσεων λάστιχα off-road, να ανεβοκατεβαίνουν με χάρη, απορροφώντας ό,τι βρίσκεται από κάτω τους.

Αντιλαμβάνομαι ότι αυτός ο δρόμος δεν πλησιάζει καν τα όρια των δυνατοτήτων του Nomad και αρχίζω να σκέφτομαι πως αυτό είναι ένα πολύ ξεχωριστό αυτοκίνητο. Ίσως να είναι κι ένα αυτοκίνητο που θα επηρεάσει τις εξελίξεις.

Το Nomad είναι το τρίτο μοντέλο της Ariel, μετά το γνωστό μας Atom και την πρόσφατη μοτοσικλέτα Ace. Οι άνθρωποι της Ariel ήθελαν να φτιάξουν ένα αυτοκίνητο παντός εδάφους, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν περισσότερα εξαρτήματα από το Atom. Το πρόβλημα είναι πως οι άνθρωποι αυτοί είναι σχολαστικοί και τελειομανείς.

Οι περισσότεροι από αυτούς καβαλάνε mountain bikes και μοτοσικλέτες cross ή χρησιμοποιούν σοβαρά 4x4, οπότε δεν θα μπορούσαν να κάνουν μισές δουλειές. Ως αποτέλεσμα, αυτά που έχουν μεταφερθεί αυτούσια από το σπορ ρόουντστερ Atom είναι ό,τι υπάρχει γύρω από τον οδηγό: ο πίνακας οργάνων, το τιμόνι με την κολόνα και την κρεμαγέρα του, τα πεντάλ και το δάπεδο.

Όλα τα άλλα είναι καινούργια στο Nomad. Όμως, λόγω της μηχανικής διάταξης και αυτών των λίγων κοινών εξαρτημάτων, η αίσθηση είναι γνώριμη. Όταν σκαρφαλώσεις στο Nomad, βρίσκεις μια θέση οδήγησης κι ένα περιβάλλον που Atom-ίζουν: τους εκτεθειμένους σωλήνες του πλαισίου κι έναν κινητήρα Honda πίσω σου – αλλά με αυξημένη διαδρομή εμβόλων, που έχει φέρει τον κυβισμό στα 2,4 λίτρα, όπως στο CR-V.

Πάντως εξακολουθεί να έχει μια αξιοπρεπή ιπποδύναμη 235 PS στις 7.200 rpm και εξακολουθεί να κινεί τους πίσω τροχούς μέσω ενός χειροκίνητου κιβωτίου 6 σχέσεων. Τα φρένα και το τιμόνι παραμένουν χωρίς υποβοήθηση λόγω του βάρους του Nomad, που μπορεί να είναι πάνω από 100 kg βαρύτερο από το Atom, όμως δεν ξεπερνά τα 670 kg.

Η ανάρτηση είναι με διπλά ψαλίδια γύρω-γύρω και με ελατήρια προοδευτικής σκληρότητας: πιο μαλακά στην αρχή της μεγάλης διαδρομής τους ώστε να απορροφούν τις ανωμαλίες του εδάφους, και στη συνέχεια πιο σκληρά ώστε να μην επιτρέπουν ανεπιθύμητα μεγάλες κινήσεις του αμαξώματος.

Η μαεστρία με την οποία έχει στηθεί αυτή η ανάρτηση είναι που κάνει το Nomad τόσο εντυπωσιακό. Που το κάνει –τολμώ να πω– πιο απολαυστικό στο δρόμο ακόμα κι από το Atom. Πιο απολαυστικό από τα περισσότερα driver’s cars, μέχρι το επίπεδο, ας πούμε, μιας Porsche 911 GT3 RS.

Κι όλα αυτά, χωρίς να λάβουμε υπόψη τις δυνατότητές του εκτός δρόμου, τις οποίες θα ανακαλύψουμε όταν η Ariel θα έχει κατασκευάσει πάνω από ένα Nomad, ώστε να μπορεί να μας διαθέσει ένα χωρίς να τη νοιάζει αν θα κακοπάθει ή θα γδαρθεί.

Σε δική του κλάση
Προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου κάποιο άλλο αυτοκίνητο που να έχει παρόμοια συμπεριφορά με το Nomad. Τα συμβατικά σπορ SUV, που κατά κανόνα πλησιάζουν ή και ξεπερνούν τους δύο τόνους, είναι στημένα πολύ σκληρά για να μπορούν να συγκριθούν με το Ariel. Το ίδιο ισχύει και για τα σπορ μοντέλα. Το Nomad μοιάζει περισσότερο με αγωνιστικό αμερικάνικο Stadium Truck ή με αυτοκίνητο WRC σε προδιαγραφές Ράλι Φιλανδίας, καθώς απορροφά μαγικά ένα χαντάκι ή ένα άλμα και είναι έτοιμο για το επόμενο. Δεν είναι ούτε σκληρό ούτε μαλακό, η ανάρτησή του είναι η χρυσή τομή.

Οι μεγάλες διαδρομές σημαίνουν αισθητές κινήσεις του αμαξώματος, από αυτές που οι κατασκευαστές προσπαθούν να εξαλείψουν με σκληρά ελατήρια και ακόμα σκληρότερα πλαϊνά ελαστικών. Η Ariel τις δέχεται αλλά τις ελέγχει. Όταν επιταχύνεις, φρενάρεις ή στρίβεις δυνατά, το Nomad βουτάει, γέρνει και παίρνει γωνίες, όμως με μια αταραξία που σε κάνει να νομίζεις ότι τα πάντα συμβαίνουν σε slow motion.

Αν προσεγγίσεις μια στροφή υπερβολικά γρήγορα (κάτι πανεύκολο, με δεδομένες τις ικανότητες του πλαισίου) και φρενάρεις δυνατά, η μούρη θα βυθιστεί. Όμως, γρήγορα συνειδητοποιείς ότι αυτό που κάνεις, τόσο φυσικά, είναι να εκμεταλλεύεσαι τη μεταφορά βάρους για να φορτίσεις τα μπροστινά λάστιχα Yokohama Geolandar, ελαφρώνοντας τα πίσω και προετοιμάζοντάς τα όλα για τη δουλειά που θέλεις να κάνουν στη στροφή.

Επειδή το βάρος είναι μικρό και το τιμόνι γρήγορο και χωρίς υποβοήθηση, η ενδοτικότητα της ανάρτησης δεν μετατρέπεται σε σπογγώδη αίσθηση και ανακρίβεια του τιμονιού. Το αντίθετο. Αυτό που κάνει είναι να σου τηλεγραφεί κάθε μήνυμα για το τι θα κάνει το εμπρός και το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, επιτρέποντάς σου να νιώθεις κάθε γραμμάριο καθώς το χειρίζεσαι και το κατευθύνεις από στροφή σε στροφή. Το αυτοκίνητο πάει όσο γρήγορα θέλεις. Τα μηνύματα είναι φιλτραρισμένα, άμεσα, ξεκάθαρα και διαχειρίσιμα.

Μέσα στη στροφή, το Nomad είναι τόσο ικανό όσο οποιοδήποτε άλλο αυτοκίνητο. Όμως, το συνολικό του ζύγισμα είναι εξίσου δύσκολο να το βρεις στο δρόμο όσο στα περισσότερα σπορ αυτοκίνητα. Σου δίνει όμως σημάδια. Αν στρίψεις και μπεις με γκάζι και με το εμπρός μέρος αποφορτισμένο, θα υποστρέψει. Αυτό λοιπόν που πρέπει να κάνεις είναι να σταθεροποιήσεις τη μούρη φρενάροντας στο turn-in, και να ξαναπατήσεις γκάζι ώστε το πίσω μέρος να κατευθύνει το αυτοκίνητο μέσα στη στροφή.

Μπορεί να είναι γελοία ιδέα, επειδή το Nomad δεν έχει σχεδιαστεί για κάτι τέτοιο, όμως θα ήθελα να το δοκιμάσω στο μεγάλο rburging. Υποπτεύομαι ότι θα έκοβε στροφές, θα κατάπινε κερμπ και θα αδιαφορούσε για χασίματα και βούτες, με τρόπο που θα έκανε τους κορυφαίους μηχανικούς σασί, που θα παρακολουθούσαν, να αναρωτιούνται μήπως αυτή θα ήταν μια καλύτερη λύση.

Όπως ακριβώς τόσοι κατασκευαστές και αναβάτες μοτοσικλετών πιστεύουν ότι ένα πιο μαλακό και ψηλό μηχανάκι είναι πιο ικανό και διασκεδαστικό από μια πάνσκληρη και καλυμμένη με πλαστικά αγωνιστική replica, οπουδήποτε αλλού εκτός από τις πιο ομαλές πίστες αγώνων.

Να το αγοράσω;
Όπως και να ’χει, ακόμα και χωρίς γύρους στο Nürburging, το Nomad με έχει τρελάνει. Η υπερβολή είναι εύκολη την σήμερον ημέρα. «Εκπληκτικό» είναι μια λέξη που έχει υποβαθμιστεί από την κατάχρηση, όμως θα τη χρησιμοποιήσω.

Στα 18 χρόνια που δοκιμάζω αυτοκίνητα, ελάχιστα με έχουν αφήσει έκπληκτο όπως το Ariel Nomad. To αγωνιστικό Pajero, ας πούμε, ή, για διαφορετικούς λόγους, η 997 GT3 RS, η Rolls-Royce Phantom και η Ferrari F40.

H Ariel σκοπεύει να πουλάει κάπου 75 Nomad κάθε χρόνο, αλλά αναρωτιέμαι αν οι δυνατότητες του αυτοκινήτου ξεπερνούν πολύ αυτό το νούμερο. Για μένα, είναι ένα ορόσημο. Το λάτρεψα. Το θέλω. Του βάζω δέκα με τόνο.

                    Matt Prior [επικεφαλής δοκιμαστής]

Τι λέει το AUTOCAR
Μια διαφορετική προσέγγιση στο driver’s car, που έχει μεγαλύτερες ικανότητες και προσφέρει περισσότερη απόλαυση από πολύ ακριβότερα σπορ μοντέλα.
Τιμή €50.000 (στη Βρετανία)
Τεχνολογία 2.354 cc, i4 16v, 2 EEK, έμμεσος ψεκασμός βενζίνης, 235 PS/7.200 rpm, 30,6 kgm/4.300 rpm, χειροκίνητο κιβώτιο 6 σχέσεων, κίνηση στους πίσω τροχούς
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
0-100
km/h 3,5”
Τελική ταχύτητα 200 km/h
Κατανάλωση 9,4 lt/100km
Εκπομπές CO2 (δ.α.)
Βάρος 670 kg