node/36112

Μία και μοναδική Aston Martin Lagonda Shooting Brake

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Aston Martin Lagonda ήταν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα 4πορτα αυτοκίνητα της εποχής του -αν όχι το πιο αμφιλεγόμενο. Οπότε γι’ αυτή την one-off δημιουργία δεν βρίσκουμε καν επίθετο.

Δεν έφτανε που το ορίτζιναλ σχέδιο της lagonda ήταν ήδη σφόδρα αμφιλεγόμενο. Το αυτοκίνητο που βλέπετε ήρθε να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά. Ξεκινώντας λοιπόν από την ορίτζιναλ μπερλίνα, τώρα έχετε εμπρός σας μια εξατομικευμένη Aston Martin Lagonda με ουρά shooting brake. Ένα και μοναδικό κομμάτι, εμπνευσμένο από τις θρυλικές shooting brake DB5 και DB6 που σμιλεύτηκαν από τον Harold Radford και την FLM Panelcraft αντίστοιχα.

Είναι ενδιαφέρον ότι η μετατροπή αυτή δεν ολοκληρώθηκε στη Βρετανία ή στην Ιταλία, δύο χώρες που ειδικεύονται στην κατά παραγγελία δημιουργία αμαξωμάτων με τους Coachbuildres και τις Carrozzerie αντίστοιχα. Παράδοξα λοιπόν, κατασκευάστηκε στη Σουηδία, βάσει ενός πρότζεκτ με επικεφαλής τον Σουηδό βιομηχανικό και αυτοκινητικό σχεδιαστή Ted Mannerfeldt, ενώ μαζί του ασχολήθηκε και η σουηδική τηλεοπτική σειρά Grand Turismo TV.

Aston Martin Lagonda Shooting Brake

Και από πού μας έρχεται;
Παρά τη νίκη της στις 24 Ώρες του Le Mans το 1935 και το εξαιρετικό 12κύλινδρο σε V μοντέλο του 1937 που είχε σχεδιάσει ο W.O. Bentley, η αξιοσέβαστη φίρμα Lagonda δεν είχε πετύχει σημαντική διείσδυση στην αγορά των πολυτελών αυτοκινήτων. Η εξαγορά της από την Aston Martin το 1947 δεν άλλαξε τα πράγματα και η Lagonda εξαφανίστηκε από το χάρτη τo 1965.

Η δεκαετία του 1970 ήταν οι ημέρες δόξας των αιχμηρών, σφηνοειδών αυτοκινήτων με επικεφαλής σχεδιαστές τον Giorgetto Giugiaro και τον Marcello Gandini. Αυτοκίνητα όπως η Lamborghini Countach LP400, η Lancia Stratos, η μοντέρνα Porsche Tapiro, η Lotus Esprit, το FIAT X1/9, η Dino 308 GT4, το Triumph TR7, η De Tomaso Pantera και πολλά ακόμη.

Μέσα σε αυτή τη λαίλαπα των σφηνοειδών σπόρτσκαρ, αναπάντεχα, το 1976, η Lagonda επανήλθε με ένα αυθεντικότατο μοντέλο αμφιλεγόμενης αισθητικής που δεν το κατέτασσες πουθενά: Χαμηλό όπως ένα κουπέ, με τέσσερις πόρτες, άνεση κορυφαίας λιμουζίνας και επιδόσεις σούπερκαρ. Το αυθεντικό αυτό σχέδιο, διά χειρός William Towns, σε στιλ «folded paper», δίχασε τον κόσμο του αυτοκινήτου με την αισθητική του. Η Lagonda παρουσιάστηκε επίσημα στο London Motor Show του 1976, αλλά τα αυτοκίνητα από τις πρώτες παραγγελίες παραδόθηκαν μόλις το 1979.

Aston Martin Lagonda

Με μήκος 5,3 m και μεταξόνιο σχεδόν τρία, κάτω από το καπό έκρυβε έναν κινητήρα V8, 5,3 λίτρων, με τέσσερις εκκεντροφόρους, καρμπιρατέρ και ένα απαρχαιωμένο 3άρι αυτόματο κιβώτιο TorqueFlite της Chrysler. Ένας συνδυασμός ενεργοβόρος και παντελώς ξεπερασμένος. Τα 20+ λίτρα βενζίνης που χρειαζόταν η Lagonda για να διανύσει 100 km/h ελάχιστα βελτιώθηκαν με την προσθήκη του ψεκασμού στη Series 4. 

Tα ηλεκτρονικά της όμως ήταν μια άλλη περίπτωση και η Lagonda πολιτογραφήθηκε ως το πρώτο αυτοκίνητο παραγωγής με διαχείριση μέσω υπολογιστή και με ψηφιακό πίνακα οργάνων. Αυτά, με κόστος εξέλιξης όσο τέσσερις φορές το κόστος εξέλιξης του υπόλοιπου αυτοκινήτου, ήταν πρωτοποριακά και εντυπωσιακά -όταν δούλευαν. Ειδικά ο ψηφιακός πίνακας οργάνων, στη Lagonda Series 3, χρησιμοποίησε καθοδικές λυχνίες (CRT) που αποδείχτηκαν και πιο αξιόπιστες από τα LED της προηγούμενης σειράς.

Lagonda
Ο οδηγός είχε εμπρός του τρεις 5ιντσες οθόνες CRT που απεικόνιζαν ένα σκασμό παραμέτρους και ηλεκτρονικά κουμπιά αφής για τα πάντα. Φυσικά όλα φτιαγμένα από τη Lucas -the prince of darkness-, με κανένα να μη λειτουργεί σωστά... Aλλά 'μπρος στα κάλλη, τι είν' ο πόνος;


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Τα 12 πιο ψαγμένα ψηφιακά όργανα ελέγχου όλων των εποχών

Στα 50 χειρότερα
Πέρα από το στιλιστικό ντελίριό της, η Lagonda φιγουράριζε ως ένας από τους καλύτερους δρομείς μεγάλων αποστάσεων, ισοφαρίζοντας τη Maserati Quattroporte -τη μόνη γνήσια αντίπαλό της– με τις δυνατότητές της στο δρόμο και δευτερευόντως την De Tomaso Dauville

Υπερβολική, βενζινοβόρα και εξίσου ακριβή με μια Rolls-Royce ή μια Bentley, σημείωσε μικρή εμπορική επιτυχία. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που το Bloomberg Businessweek την κατάταξε ως ένα από τα 50 πιο άσχημα αυτοκίνητα των 50 τελευταίων ετών, ενώ από το περιοδικό Time ως ένα από τα «50 χειρότερα αυτοκίνητα όλων των εποχών».

Lagonda

Κάθε μία από τις 645 Lagonda που φτιάχτηκαν στα 12 χρόνια παραγωγής του μοντέλου απαιτούσε 2.200 ανθρωποώρες για την κατασκευή της. Πάρα πολλές από αυτές βρήκαν το δρόμο τους προς τη Μέση Ανατολή με την πολυτελή και κλιματιζόμενη καμπίνα, η οποία ήταν συχνά εξοπλισμένη με έγχρωμη τηλεοράσεις, παχιά, βελούδινα χαλιά και πλούσια ταπετσαρία.

Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι η Series 1 (1974-1975) αισθητικά δεν έχει καμία σχέση με τη «folded paper» Lagonda (S2, S3, και S4) 1976-1989. Αντίθετα επρόκειτο ουσιαστικά για μια 4πορτη Aston Martin V8 και πουλήθηκαν μόνο επτά αυτοκίνητα από αυτό το μοντέλο.

Aston Martin Lagonda Shooting Brake

Η Σουηδέζα Lagonda Shooting Brake
Το αυτοκίνητο που βλέπετε εδώ ξεκίνησε το 1987 ως στάνταρ μπερλίνα Aston Martin Lagonda που παραγγέλθηκε από κάποιον Dane που ζούσε στην Ελβετία.

Ο πρώτος ιδιοκτήτης της επέλεξε το πλήρες σετ κοκτέιλ, μια τηλεόραση, τραπέζια πικνίκ και χαλιά από μαλλί αρνιού για να ολοκληρώσει το αυτοκίνητό του. Πήγε δε στο Newport Pagnell αυτοπροσώπως για να παραλάβει το αυτοκίνητό του και το κράτησε για 20 χρόνια, χωρίς να το αποχωριστεί μέχρι το 2006.

Aston Martin Lagonda Shooting Brake

Ο δεύτερος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ήταν ένας Σουηδός που έθεσε ως στόχο τη αναδημιουργία της σε shooting brake, έχοντας επηρεαστεί από τις προαναφερθείσες μετατροπές DB5 και DB6 από τη δεκαετία του ’60. Το σουηδικό Mannerfeldt Design Team προχώρησε στο πρότζεκτ με έμπνευση από μια παρόμοια μετατροπή που είχε ολοκληρωθεί από τη Roos Engineering το 1996.

Aston Martin Lagonda Shooting Brake

Ο πρωταρχικός στόχος ήταν να διατηρηθεί όσο το δυνατόν το μεγαλύτερο μέρος του αυθεντικού στιλ του William Towns. Έτσι δόθηκε μεγάλη προσοχή για να βρεθούν οι σωστές γραμμές και για να κατασκευαστεί το αυτοκίνητο όσο το δυνατόν πιο κοντά σε αυτό που θα σχεδίαζε ο Towns αν του έλεγαν να φτιάξει κάτι ανάλογο.

Aston Martin Lagonda Shooting Brake

Αν και έχουμε να κάνουμε μια αμφιλεγόμενη μετατροπή σε shooting brake ενός εξίσου αμφιλεγόμενου ορίτζιναλ αυτοκινήτου, το δημιούργημα που βλέπετε είναι αρκετά γνωστό στους κύκλους της Aston Martin, Ένα αυτοκίνητο που μέχρι και σήμερα διατηρεί ένα αναλυτικό ιστορικό αρχείο, περιλαμβανομένων των αρχικών βιβλίων service και της κάρτας εγγύησης. Εάν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα γι’ αυτό ή -λέμε, τώρα- να εγγραφείτε στην προσφορά, μπορείτε να κάνετε κλικ εδώ. Και υπομονή μέχρι τα μέσα Αυγούστου, οπότε και θα βγει σε δημοπρασία στο Monterey με τον οίκο RM Sotheby’s.

Φωτογραφίες Aston Martin Lagonda Shooting Brake: Tim Scott ©2019 με την ευγενική προσφορά του οίκου RM Sotheby’s

node/39652
Alice Huyler Ramsey

DRIVE Legend: Alice Huyler Ramsey 1886-1983

Σε πείσμα της συμπλεγματικής αντίληψης και των ηθών στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρξαν γυναίκες που προσέφεραν τα μέγιστα στην αυτοκινητοβιομηχανία. Μια από αυτές ήταν η Ramsey που, σαν σήμερα το 1909, ολοκλήρωσε τη διάσχιση των ΗΠΑ από Ανατολή σε Δύση...

Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

DRIVE Legend: Alice Huyler Ramsey 1886-1983

Αν ξεχωρίζαμε δέκα γυναίκες που η αυτοκινητοβιομηχανία πρέπει να τους υποκλιθεί αυτές θα ήταν οι Bertha Benz, Helene Rother, Dorothée Pullinger, Wilma K. Russey, Florence Lawrence, Alice Huyler Ramsey, Joan Newton Cuneo, June McCarroll, Mary Anderson και η Charlotte Bridgwood. Με αυτή ή με οποιαδήποτε άλλη σειρά αξιολογεί ο καθένας.

Όμως, για την πρώτη που ολοκλήρωσε το cross-country των ΗΠΑ από την Ανατολική στη Δυτική Ακτή και για την πρώτη που μπήξε Automotive Hall of Fame θεωρούμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία. Ένα «ταξίδι» που η Alice Ramsey όχι μόνο το πραγματοποίησε στο περιθώριο της οικιακής ενασχόλησης και των μητρικών καθηκόντων της, αλλά και στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια εποχή διόλου προνομιακή για μια γυναίκα. 

Η Alice γεννήθηκε ως Huyler στο New Jersey το 1886 και λίγα πράγματα είναι γνωστά για την νεότητά της. Γνωρίζουμε όμως ότι αποφοίτησε από το Vassar College σε μια εποχή που λιγότερο από το 7% των γυναικών πήγαιναν στο κολέγιο. Κάτι που αποτελεί για τα ήθη της εποχής προκλητικό και επαναστατικό από μόνο του. Αν και πήρε κορυφαία εκπαίδευση, δεν μπήκε ποτέ στο εργατικό δυναμικό των ΗΠΑ. Αντ’ αυτού, παντρεύτηκε τον γερουσιαστή John R. Ramsey και από τα 22 κιόλας ήταν νοικοκυρά με δύο μικρά παιδιά. Ωστόσο, η παραμονή στο σπίτι δεν την ικανοποιούσε και όταν αγόρασε το πρώτο της αυτοκίνητο, το 1908, σύντομα μπήκε σε… περιπέτειες. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Οι τοπ 10 γυναίκες στην αυτοκινητική ιστορία

Παρότι οι Αμερικανίδες αποθαρρύνονταν από το περιβάλλον τους και γενικότερα από την κοινωνία να οδηγούν αυτοκίνητο, η Alice όχι μόνο έμαθε να σοφάρει, αλλά έγινε και οδηγάρα. Μόλις λίγους μήνες αφότου έπιασε για πρώτη φορά τιμόνι, συμμετέσχε στον αγώνα αντοχής του Montauk Point που απαιτούσε να οδηγήσει 200 μίλια σε μη ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Και ενώ ήταν μία από τις δύο μόνο γυναίκες στον αγώνα, όχι μόνο ολοκλήρωσε το ταξίδι, αλλά πέτυχε τέλεια επίδοση τερματίζοντας στην τρίτη θέση.

Alice Huyler Ramsey

Η φανταστική επίδοση της Alice πήρε διάσταση στον Τύπο, με την αυτοκινητοβιομηχανία Maxwell να έχει μια ιδέα για μια διαφημιστική καμπάνια με πρωταγωνίστρια την Alice: Θα της έδινε ένα καινούργιο 4κύλινδρο Maxwell DA με 30 άλογα για να διασχίσει ολόκληρη τη χώρα με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Και σε αντάλλαγμα, η Alice θα έδειχνε στον κόσμο ότι η Maxwell είχε φτιάξει ένα τόσο καλό αυτοκίνητο, ώστε ο καθένας -μπρρρ! ακόμα μια γυναίκα!- θα μπορούσε να το οδηγήσει. Η Alice συμφώνησε και στις 9 Ιουνίου του 1909 μαζί με άλλες τρεις φίλες της, που σημειωτέον καμία τους δεν ήξερε να οδηγεί, ξεκίνησαν τη διάσχιση της χώρας για πρώτη φορά με γυναικείο πλήρωμα.

Προφανώς η οδήγηση στην Αμερική το 1909 δεν έχει καμία σχέση με ό,τι γνωρίζουμε σήμερα. Από τα 5.800 km που διήνυσε η Alice από τη Νέα Υόρκη στο San Francisco, μόλις τα 250 ήταν λιθόστρωτα. Μάλιστα οι περισσότεροι δρόμοι δεν είχαν καν όνομα ή σήμανση, οπότε η Ramsey έπρεπε να χρησιμοποιήσει οδηγούς της εποχής που ονομάζονταν The Blue Book, κάτι αντίστοιχο με τους Guides Bleu της Michelin. Βέβαια, και πάλι οι οδηγίες ήταν ασαφείς ή παραπλανητικές και χωρίς καμία εικονογράφηση.

Μια οδηγία που έλεγε «στρίψε αριστερά στην πράσινη αγροικία» θα μπορούσε να σε στείλει εκατοντάδες μίλια εκτός πορείας, επειδή ο αγρότης είχε αποφασίσει εν τω μεταξύ να βάψει το σπίτι του κίτρινο. Τα πράγματα δε, έγιναν ακόμη χειρότερα καθώς για πέρα από το Μισισιπή δεν υπήρχαν οδηγίες στο Blue Book, οπότε η Alice θα έπρεπε κυριολεκτικά να μαντέψει το δρόμο της προς τη Δύση. Και για να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες, ακολουθούσε τους πιο πατημένους δρόμους ή αυτούς που είχαν τους τηλεφωνικούς στύλους με τα περισσότερα καλώδια.

Εκτός από την πλοήγηση σε σχεδόν αδιάβατους δρόμους, η Alice έδειξε εντυπωσιακές μηχανικές δεξιότητες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της άλλαξε τουλάχιστον 11 λάστιχα, επισκεύασε το σπασμένο πεντάλ του φρένου, καθάριζε διαρκώς τα μπουζί για να κρατήσει το μοτέρ σε λειτουργία και χρειάστηκε να ψύξει το συμπλέκτη του Maxwell, μεταφέροντας νερό από τα πλευρικά χαντάκια του δρόμου με ένα ποτήρι .

Alice Huyler Ramsey

Οι δρόμοι δεν ήταν οι μοναδικές προκλήσεις που αντιμετώπιζε η Alice και οι σύντροφοί της. Στη Nebraska, βρέθηκαν εν μέσω ενός ανθρωποκυνηγητού για έναν δολοφόνο. Στο Wyoming, «τσακώθηκαν» με τους κοριούς του ξενοδοχείου και στη Nevada αντιμετώπισαν μια ομάδα ιθαγενών Αμερικανών που κρατούσαν τόξα και βέλη. Ωστόσο, η Alice δεν τα παράτησε.

Παρόλα τα εμπόδια που αντιμετώπισαν, η Alice και οι συντρόφισσές της ολοκλήρωσαν με επιτυχία το ταξίδι τους στις 6 Αυγούστου του 1909, φτάνοντας στο San Francisco τρεις εβδομάδες αργότερα από το προγραμματισμένο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, έγιναν τα αγαπημένα παιδιά του Τύπου και λαϊκοί ήρωες. Οι άνθρωποι έρχονταν καβάλα σε άλογα και άμαξες από για μίλια μακριά για να τις συναντήσουν σχεδόν σε κάθε στάση του ταξιδιού τους, συχνά περιμένοντας ώρες για να δουν εκείνες τις «pretty women motorists».

Ύστερα από το συνταρακτικό ταξίδι της, η Alice επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε τα παιδιά της και το 1961 έγραψε το βιβλίο «Veil, Duster and Tire Iron» εξιστορώντας το ταξίδι της. Ποτέ δεν έπαψε να αγαπάει τα αυτοκίνητα και ολοκλήρωσε ακόμα πάνω από 30 cross-country, πριν περάσει στην αιωνιότητα το 1983 σε ηλικία 96 ετών. Το 2000 έγινε η πρώτη γυναίκα που μπήκε Automotive Hall of Fame, ενώ της απενεμήθη επίσης ο τίτλος της «First Lady of Automotive Travel» και της «Woman Motorist of the Century».

node/39651

Η Bowmore και η Aston Martin εμφιαλώνουν το συλλεκτικό ουίσκι Black Bowmore DB5 1964

Θα διατεθούν μόλις 25 συσκευασίες - Δείτε πόσο κάνει το single malt των 56 ετών.

Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2020 | Θοδωρής Τσίκας Επικοινωνία

Η Bowmore και η Aston Martin εμφιαλώνουν το συλλεκτικό ουίσκι Black Bowmore DB5 1964

Η Bowmore και Aston Martin ανακοίνωσαν μια συνεργασία το 2019 για τη δημιουργία αποκλειστικών εμφιαλώσεων. Το Black Bowmore DB5 1964 είναι η πρώτη κυκλοφορία στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας.
Το 1964 είναι μια εμβληματική χρονολογία για την Bowmore, αφού τότε εγκατέστησε στο αποστακτήριό της έναν ολοκαίνουργιο λέβητα ατμού και παρόπλισε τον παλαιό που δούλευε με άνθρακα. 
Η πρώτη απόσταξη από αυτόν τον νέο λέβητα έφτιαξε το Black Bowmore, το οποίο αποστάχθηκε για πρώτη φορά στις 5 Νοεμβρίου 1964.

Ωστόσο η Bowmore δεν είναι μια τυχαία εταιρεία. Παράγει το μοναδικό δικό της single malt από το 1779 στο αποστακτήριο στις δυτικές ακτές της Σκωτίας.

Ο David Turner, διευθυντής αποστακτήρων της Bowmore, δήλωσε: «Το 1964 αντιπροσωπεύει μια σημαντική ημερομηνία στη σύγχρονη ιστορία του αποστακτηρίου. Όχι μόνο μια βασική στιγμή για το πώς αποστάξαμε το οινόπνευμα,  αλλά και πώς η διαδικασία αυτή  συνέχισε να δημιουργεί το Black Bowmore.
Για το λόγο αυτό επιλέξαμε και τη συνεργασία με την Aston Martin, που μας επέτρεψε να παρουσιάσουμε για άλλη μια φορά αυτό το εμβληματικό single malt με τον πιο απίστευτο τρόπο». 

Ωστόσο το 1964 είναι μια εξίσου εμβληματική χρονιά και για την Aston Martin. Μετά την κυκλοφορία της DB5 το 1963, το 1964 το αυτοκίνητο έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη σαν το αυτοκίνητο του James Bond στην ταινία Goldfinger.

ασ

Ο Marek Reichman, εκτελεστικός αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Aston Martin, δήλωσε: «Αυτή η συναρπαστική νέα συνεργασία με την Bowmore μας δίνει την τέλεια ευκαιρία να γιορτάσουμε ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας μας συνδυάζοντας την εμβληματική DB5 με τις εκλεπτισμένες γεύσεις αυτού του παγκοσμίου φήμης single malt». 

Το Black Bowmore DB5 1964 θα εμφιαλωθεί μόνον σε 17 μπουκάλια από τα οποία τα 25 θα διατίθενται προς πώληση. Το Black Bowmore περιγράφεται ως ένα ουίσκι με «έντονες γεύσεις από μάνγκο, φρούτα του πάθους και μέλι ακακίας, που συνδυάζονται με έναν ισχυρό συνδυασμό καφέ και καπνού».

Το μπουκάλι Black Bowmore DB5 έχει κατασκευαστεί από τη Glasstorm, ένα στούντιο επεξεργασίας γυαλιού στη Σκωτία. Τα μπουκάλια διατίθενται σε ένα χειροποίητο κουτί παρουσίασης, ο σχεδιασμός του οποίος αναπαριστά τις εγκαταστάσεις του αποστακτηρίου, την ώρα που το κάτω μέρος του μπουκαλιού έχει σχήμα πιστονιού. 

Το Black Bowmore DB5 1964 θα είναι διαθέσιμο από τα τέλη του φθινοπώρου 2020 αντί του πόσου των  50.000 στερλινών (περίπου €55.000) ανά συσκευασία!