Aston Martin DBS 1967-1972
node/38993

Aston Martin DBS 1967-1972: Τέλος δυναστείας

Ένα είδος βρετανικού μπουντουάρ υψηλής ταχύτητας, η ογκώδης DBS, περισσότερο πολυτελής παρά σπορ, εκείνο που κατόρθωσε ήταν να έρθει σε ρήξη με τους πιστούς της Aston Martin.

Για να αντιμετωπίσει την πτώση των πωλήσεων της DB6, η Aston Martin ανακοίνωσε το 1965 το προσεχές λανσάρισμα ενός μεγάλου κουπέ με μοντέρνες γραμμές που κάτω από το καπό θα φιλοξενούσε έναν ολοκαίνουργιο κινητήρα V8. 

To αφεντικό, ο David Brown, που αγόρασε τη βιοτεχνία της Abingdon Road το 1948 και την έκανε μέσα σε δέκα χρόνια πόλο έλξης πολυτελείας, υπολόγιζε ότι μια σχεδιαστική ρήξη με το παρελθόν ήταν απαραίτητη για να ανταγωνιστεί η Aston τα σπουδαία ιταλικά GT. Έτσι ανέθεσε στην Carrozzeria Touring να βγάλει το φίδι από την τρύπα.

Το πρωτότυπο έκανε πρεμιέρα στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Παρισιού το 1966 με την υποδοχή του από το κοινό να είναι χλιαρή, οπότε κρίθηκε ως «απογοητευτικό» και εγκαταλείφθηκε. Έτσι, ο Brown αποφάσισε το πρότζεκτ να το ξαναδεί κάποιος με πιο βρετανικό πνεύμα και ανάθεσε στον νέο Βρετανό σχεδιαστή William Towns να ξαναδεί το σχέδιο.

Aston Martin DBS Vantage 1967-1972
Αιχμηρή σιλουέτα με μια υποψία αγριάδας, αλλά και ένας αέρας και μια κομψότητα τελείως βρετανικά γι’ αυτό το επιβλητικό GT. 


Ενσωματώνοντας την τάση της μόδας, οι τραβηγμένες γραμμές της DBS απείχαν σαφώς από τις στρογγυλάδες στο σχεδιασμό της προκατόχου της, ενώ το αυτοκίνητο προκαλούσε έκπληξη με τις μεγάλες διαστάσεις του. Το νέο μοντέλο της Aston Martin μπορούσε να φιλοξενήσει τέσσερις νοματαίους σε ένα άνετο και πολυτελές περιβάλλον, παράλληλα με ένα πορτμπαγκάζ σπάνιας χωρητικότητας για την κατηγορία του αυτοκινήτου, αλλά όχι χωρίς τίμημα.

Το μέγεθος και ο εξοπλισμός εκτόξευσαν το βάρος της DBS στα 1.600 kg, φέρνοντάς την σε οδικά χαρακτηριστικά πιο κοντά σε ένα χιλιομετροφάγο της εθνικής παρά σε ένα καθαρόαιμο GT. Από τη στιγμή μάλιστα, που ο κινητήρας V8 που υποσχέθηκε το Newport Pagnell δεν ήταν έτοιμος με το λανσάρισμα του αυτοκινήτου. 

Aston Martin DBS Vantage 1967-1972
Τοποθετημένος κάτω από το καπό της DBS για να δώσει χρόνο στην εξέλιξη του V8, ο παλιός καλός 6κύλινδρος σε σειρά της Aston θα παρέμενε στην γκάμα μέχρι το τέλος (1972) με 286 και στην έκδοση Vantage με 325 άλογα.


Με τη συνθήκη του κατεπείγοντος, η Aston Martin, τουλάχιστον αρχικά, θα έπρεπε να αρκεστεί στον παλιό, καλό 6κύλινδρο σε σειρά των 286 αλόγων ή (πιο συχνά) στους 325 PS στην έκδοση Vantage -προτεινόμενη ως έξτρα χωρίς οικονομική επιβάρυνση. 

Γρήγορη, ομοιογενής και με οδική συμπεριφορά που δεν είχες κάτι να της προσάψεις, η 6κύλινδρη DBS δεν ήταν μια προσωρινή εκδοχή ανάγκης: Εξάλλου τα νούμερα των πωλήσεων δείχνουν ότι πουλούσε δύο φορές τα νούμερα της V8. 

Επιτέλους, έτοιμη το φθινόπωρο του 1969, αυτή η τελευταία δεν ξεχώριζε από την 6κύλινδρη παρά μόνον από τις αλουμινένιες ζάντες της, ενώ ήταν μόλις πιο ισχυρή. Από την άλλη όμως ήταν ασύγκριτα πιο ελαστική χάρη στην ανεξάντλητη ροπή του V8, επιτάχυνε δυνατά και έπιανε τα 260 km/h στην ευθεία. 

Aston Martin DBS Vantage 1967-1972
Εξ ολοκλήρου ντυμένο με ακριβό δέρμα, το ταμπλό φιλοξενούσε μια ολόκληρη «πυροβολαρχία» από καντράν.


Αντικείμενο πολυτελείας -κόστιζε πιο ακριβά από μια Rolls-Royce Silver Shadow, η DBS V8 ήταν λογικό να έχει περιορισμένες πωλήσεις, ειδικά στη βορειοαμερικανική αγορά για την οποία η Aston Martin έτρεφε μεγάλες ελπίδες. Αυτή η εμπορική αποτυχία σε συνδυασμό με τις τεράστιες επενδύσεις που έγιναν για τον σχεδιασμό και την εξέλιξη του 8κύλινδρου κινητήρα επέσπευσαν το τέλος της «μεγάλης εποχής» της Aston υπό τη διεύθυνση του David Brown. Και την εξαφάνιση των θρυλικών γραμμάτων «DB» για σχεδόν δύο δεκαετίες.

Στην αγορά του κλασικού αυτοκινήτου, η τιμή Concours για μια βασική 6κύλινδρη DBS ξεπερνά κατά τι τα 200 χιλιάρικα, η τιμή για μια Vantage στην αντίστοιχη κατάσταση φτάνει τα 250, ενώ για την κορυφαία DBS V8, η τιμή δεν διαφοροποιείται προς τα πάνω.

Aston Martin DBS V8 - The Persuaders
H DBS V8 των Αντιζήλων δημοπρατήθηκε τον Μάιο του 2014 με τον πλειοδότη να δίνει £533.500, πετυχαίνοντας τιμή-ρεκόρ για το μοντέλο, τη στιγμή που εκείνη την εποχή οι DBS V8 σε κατάσταση Concours έπιαναν δεν έπιαναν τις 60 χιλιάδες στερλίνες.


Στις φωτογραφίες, η πράσινη DBS είναι μια Vantage, η μπλε σκούρα μια V8, ενώ η κίτρινη είναι η V8 του Roger Moore (Lord Brett Rupert George Robert Andrew Sinclair ή απλώς «Brett» για τον Αμερικανό σύντροφό του) από την τηλεοπτική σειρά «Οι αντίζηλοι» -The Persuaders. Τη σειρά εξέπεμπε το 1971 και η ελληνική τηλεόραση (το Κανάλι 5, η ΥΕΝΕΔ, ντε), επί 24 Παρασκευές στις 22:00, αρχής γενομένης από τις 8/10, με μόλις τρία επεισόδια πίσω από τη βρετανική! 

Aston Martin DBS V8 - Οι Αντίζηλοι

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Aston Martin DB2/4 1953-1957
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Aston Martin DB4 GT 1959-1963: Ήρεμη δύναμη
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Aston Μartin DB6 1965-1971
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Aston Martin Lagonda 1976-1989
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Μία και μοναδική Aston Martin Lagonda Shooting Brake

H DBS με μια ματιά
Κινητήρας 6κύλινδρος σε σειρά, 8κύλινδρος σε V
Χωρητικότητα 3.996 cc, 5.341 cc
Τροφοδοσία Τρία διπλά καρμπιρατέρ SU HD8 και ψεκασμός AE-Brico, ψεκασμός Bosch
Ισχύς 286 PS/5.600 rpm και 325 PS/5.750, 381 PS/5.500 rpm
Ροπή 390 Nm/3.850 rpm και 393 Nm/4.500 rpm, 540 Nm /4.500 rpm
Κιβώτιο Χειροκίνητο 5τάχυτο ή αυτόματο 3τάχυτο
Διαστάσεις 4,59 x 1,83 x 1,33 m
Ρεζερβουάρ 95 lt
Βάρος 1.590 kg, 1.727 kg
Φρένα Δισκόφρενα σε όλους τους τροχούς 
Λάστιχα 8.10-15 (σ.σ. 205 R15), 225/70 R15
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
0-100 km/h 8,9” και 6,8”, 6,2” 
0-400 m και 15,1” @ 153 km/h και 14,6” @ 157 km/h, 13,5” @ 165 km/h
0-1.000 m 27,2” @ 192 km/h και 26,5” @ 199 km/h, 24,9” @ 210 km/h
Τελική ταχύτητα 225 km/h και 230 km/h, 255 km/h
Κατανάλωση 17,3 lt/100 km και 13,6 lt/100 km, 17,0 lt/100 km
Παραγωγή 786 6κύλινδρες και 402 8κύλινδρες (1967-1972)
Τιμή σήμερα Από €205.000 έως €255.000 (κατάσταση Concours)

node/39101
Ventouri 260 Atlantique

Venturi 210 & 260 1984-1994: Κόντρα στον καιρό

Καλοαναθρεμμένα και καλά φτιαγμένα, τα Venturi μπορούσαν να τα βάλουν με τα καλύτερα GT της εποχής τους. Ελλείψει φήμης όμως, η πορεία τους είχε κοντά ποδάρια…

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

Venturi 210 & 260 1984-1994: Κόντρα στον καιρό

Διεθνές Σαλόνι του Παρισιού 1984. Στο περιθώριο των τεράστιων κατασκευών με τα αχανή σταντ που φιλοξενούσαν τους μεγάλους της παρισινής έκθεσης, ένα σταντ, μόλις και μετά βίας ταπεινό, προκαλούσε την περιέργεια των επισκεπτών. Κάτω από τη μαρκίζα που έγραφε «Ventury», με την ορθογραφία όπως την βλέπετε, με ένα «y», φιγουράριζε ένα κεντρομήχανο κουπέ. 

Με το «καλημέρα», ο σπορ προσανατολισμός του αυτοκινήτου ήταν δεδηλωμένος. Δημιούργημα του πάθους δύο ανθρώπων, του Gérard Godfroy και του Claude Poiraud, σχεδιαστή και μηχανικού αντίστοιχα, τράβηξε το ενδιαφέρον του Hervé Boulan, ενός επενδυτή o οποίος και κατάρτισε ένα σχέδιο παραγωγής. 

Στη συνέχεια όλα εξελίχτηκαν πολύ γρήγορα, με τη δημιουργία της MVS -Manufacture de Voitures de Sport- και την κατασκευή ενός πρωτοτύπου που φορούσε κινητήρα από Peugeot 505 Turbo. To δημιούργημα αυτό, πολύ βιοτεχνικό, εγκαταλείφθηκε εις όφελος ενός πιο φιλόδοξου πρότζεκτ που για καρδιά του θα είχε τον V6 Turbo PRV, το ίδιο 3λιτρο μοτέρ που φορούσε το Renault 25 V6 Turbo.

Ventouri 260 Atlantique
Ταχύτατο και ομοιογενές, το 260 με τον V6 PRV τούρμπο 2.8 αναδείχτηκε στην πιο επιτυχημένη έκδοση της σύντομης εποποιίας της Venturi.


Τους τρεις άνδρες ήρθε να συνδράμει ο Jean Rondeau. O οδηγός, κατασκευαστής και νικητής των 24 Ωρών του Le Mans του 1980, ενεπλάκη με τη σειρά του σε αυτήν την περιπέτεια για να εξελίξει το σασί και τις αναρτήσεις. Κοντά σε αυτόν και ο Jean-Pierre Beltoise και ο Mauro Bianchi, παλιός οδηγός της Alpine Renault, που συμμετείχαν στις πρώτες δοκιμές εξέλιξης στον δρόμο. 

Με λανσάρισμα το 1986, η τελική έκδοση παραγωγής της Venturi επιβλήθηκε μονομιάς ως μια αδιαμφισβήτητη αισθητική επιτυχία. Προκαλώντας τη σιλουέτα της Lotus Esprit, η γραμμή του αυτοκινήτου συνταίριαζε τη λιτή γοητεία και τα πολύτιμα αεροδυναμικά στοιχεία που του εξασφάλιζαν το καλό πάτημα στον δρόμο σε υψηλή ταχύτητα.

Με αυτοφερόμενο πλαίσιο μεγάλης στρεπτικής ακαμψίας και κοφτερό εμπρός σύστημα με διπλά ψαλίδια και πολλαπλούς συνδέσμους πίσω, η Venturi 260 έκανε πάρτι επίσης και στις φιδίσιες διαδρομές. Σχεδόν σωστό σε επιδόσεις με τον «γηραλέο» κινητήρα PRV, ωρίμασε για τα καλά το 1990, υιοθετώντας τον 2.8 V6 τούρμπο. Ισχυρό, γρήγορο και ελαστικό (430+ Nm από τις 2.000 rpm), αυτό το Venturi φιγουράριζε ανάμεσα στα δέκα ταχύτερα αυτοκίνητα στον κόσμο.

Ventouri 260 Atlantique
Παρότι το μοτέρ δεν είχε ευγενική καταγωγή, έφτανε και αρκούσε στο Venturi για να τα βάζει στον δρόμο με ό,τι καλύτερο (και ακριβότερο) κυκλοφορούσε στην πιάτσα των GT.


Σε αντίθεση όμως με τα δυναμικά πλεονεκτήματα και τη σοβαρότητα στην κατασκευή του, η εμπορική επιτυχία του σημείωνε χαμηλές πτήσεις, αφενός λόγω της ορατότητας, αφετέρου λόγω έλλειψης ενός πραγματικού δικτύου διανομής.

Οι δυσκολίες αυτές έκοβαν την όρεξη όσων θα ήθελαν να επενδύσουν στη διανομή της Venturi ή των εμπόρων που ήδη διατηρούσαν επιχειρήσεις που εμπορεύονταν εξωτικά ή λιγότερο εξωτικά αυτοκίνητα. Κατάσταση που οδήγησε μοιραία στη διακοπή του εγχειρήματος το 1999. Και την κήρυξη πτώχευσης το 2000.

Την ίδια χρονιά, ο Μονεγάσκος Gildo Pallanca Pastor αγόρασε τη Venturi και αποφάσισε να επικεντρωθεί στους ηλεκτροκινητήρες. Αυτή η αλλαγή προσανατολισμού ήταν που γέννησε το περιορισμένης παραγωγής Fétish, το πρώτο ηλεκτρικό σπόρτσκαρ στον κόσμο. Η υποδοχή του Fétish ήταν ενθουσιώδης από το κοινό, οδηγώντας σε ακόμη πέντε καινοτόμα, πρωτότυπα αυτοκίνητα.

Ventouri 260 Atlantique
Καθαρό και λιτό όπως οι γραμμές του αυτοκινήτου, τo ταμπλό και η ατμόσφαιρα της καμπίνας γενικότερα ξεχώριζαν για το καλό γούστο που συνδυαζόταν με ακριβό δέρμα και -κατά περίπτωση- ξύλο -δείτε στην γκάλερι.


Ο ηλεκτρικός πυρετός της Venturi ήταν που την ώθησε να γίνει η πρώτη ομάδα που εντάχθηκε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Formula Ε, υπό την ονομασία ROKiT Venturi Racing, με οδηγούς τους Felipe Massa και Edoardo Mortara. Σήμερα, η Venturi ειδικεύεται στην εξέλιξη ηλεκτρικών οχημάτων υψηλής απόδοσης που προορίζονται να σπάσουν ρεκόρ ή να λειτουργήσουν σε ακραίες συνθήκες.

Έναν χρόνο πριν η «θερμική» Venturi κατεβάσει ρολά, τον Ιούλιο του 1998, είχα την τύχη να γνωρίσω τον αντιπρόσωπό της στο Χονγκ Κονγκ. Επρόκειτο για μια τελείως τυχαία γνωριμία, καθώς πιάσαμε κουβέντα στην επίσημη παρουσίαση της Maserati 3200GT στο Polo de Paris. H γνωριμία μας συνεχίστηκε σε ένα εκπληκτικό κινεζικό εστιατόριο (δεν το ’πιανε το μάτι σου) στο 17ο Διαμέρισμα του Παρισιού και την άλλη μέρα που διαμεσολάβησε για να μου δώσουν να κάνω βόλτα με μια Venturi 300 Atlantique. Παίρνοντας έτσι μυρωδιά την ευκαιρία που χάθηκε και, στο μέτρο του δυνατού, που αντιλήφθηκα τη σοβαρότητα της κατασκευής αυτών των αυτοκινήτων.

Ventouri 260 Atlantique

Αν σήμερα θελήσει κάποιος να αποκτήσει μια Venturi 210 ή 260, η υπόθεση δεν είναι πανάκριβη. Για μια 260 Coupé SPC σε πολύ καλή κατάσταση η τιμή δεν υπερβαίνει τις 50 χιλιάδες, ενώ για μια 260 Atlantique θα χρειαστεί μέχρι 70.000. Για μια 210 η τιμή είναι ελαφρώς πιο χαμηλή. 

H Venturi 260 με μια ματιά
Κινητήρας 6κύλινδρος σε V, τούρμπο, στο κέντρο
Χωρητικότητα 2.849 cc
Τροφοδοσία Ψεκασμός πολλαπλών σημείων Renix-EIA, τούρμπο Garrett T3, ιντερκούλερ
Ισχύς 260 PS/5.750 rpm 
Ροπή 432 Nm/2.000 rpm
Κιβώτιο Χειροκίνητο 5τάχυτο
Διαστάσεις 4,09 x 1,70 x 1,17 m
Μεταξόνιο 2,4 m
Ρεζερβουάρ 90 lt
Βάρος 1.265 kg
Φρένα Αεριζόμενα δισκόφρενα σε όλους τους τροχούς, 280 mm εμπρός και πίσω 
Λάστιχα Michelin MXX 205/55 ZR16 εμπρός, Michelin MXX 245/55 ZR16 πίσω
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
0-100 km/h 5,2”
0-400 m 13,2”
0-1.000 m 24,4”
Τελική ταχύτητα 270 km/h
Κατανάλωση 11,3 lt/100 km
Παραγωγή 264 αυτοκίνητα (1984-1994)
Τιμή σήμερα Από €60.000 έως €75.000 (πολύ καλή έως άριστη κατάσταση) 

node/39087

Στην παραγωγή ξανά η Aston Martin DB5 του James Bond

Η Aston Martin DB5 που οδηγούσε ο James Bond ξαναβγαίνει σε 25 αντίτυπα, με όλα τα gadget του «007» και εξωφρενική τιμή.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020 | Αλέξης Γαλανόπουλος Επικοινωνία

Στην παραγωγή ξανά η Aston Martin DB5 του James Bond

Η Aston Martin είχε αποκαλύψει εδώ και καιρό τα σχέδιά της για την κατασκευή κάποιων DB5 με τις προδιαγραφές που είχε το αυτοκίνητο του James Bond στην ταινία Goldfinger. Και σήμερα, 55 χρόνια μετά την κατάργηση της DB5, η παραγωγή αυτών των 25 πολύ ξεχωριστών αυτοκινήτων έχει ξεκινήσει.

Η Aston Martin DB5 Goldfinger κατασκευάζεται από το Heritage Division της φίρμας, σε συνεργασία με την EON Productions, την εταιρία παραγωγής των ταινιών James Bond. Κι αυτό γιατί αυτό το «continuation» θα περιλαμβάνει πολλά από τα gadget που είχε και το αυτοκίνητο του Βρετανού πράκτορα, όπως μηχανισμούς δημιουργίας καπνού και ψεκασμού λαδιού πίσω, αναδιπλούμενες πινακίδες κυκλοφορίας, πυροβόλα που αναδύονται από το εμπρός μέρος (μη ενεργά…), οθόνη ραντάρ στο ταμπλό κ.ά.

Για την κατασκευή της «νέας» DB5 συνδυάζεται η προσοχή στη λεπτομέρεια που είχαν οι χειροποίητες Aston Martin εκείνης της εποχής με τη μοντέρνα, σημερινή τεχνολογία, και απαιτούνται 4.500 ώρες δουλειάς. Δεν πρόκειται για αποκατάσταση παλιών DB5, αλλά για καινούργια αυτοκίνητα, φτιαγμένα από το μηδέν, με ατσάλινο πλαίσιο και αλουμινένιο αμάξωμα. Κάτω από το καπό βρίσκεται ένας ατμοσφαιρικός, 5λιτρος 6κύλινδρος με τρία διπλά καρμπιρατέρ SU, που αποδίδει περίπου 290 PS. Το 5άρι κιβώτιο είναι της ZF, και στέλνει την κίνηση σε ένα μηχανικό μπλοκέ διαφορικό.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Σε δημοπρασία η Aston Martin DB5 του James Bond [video]

Η Aston Martin DB5 Goldfinger απευθύνεται στους πιο φανατικούς αλλά και πιο εύπορους φίλους του James Bond, αφού η τιμή της αγγίζει τα €3.000.000 προ φόρων. Μάλιστα, οι 25 αγοραστές δεν θα μπορούν να χαρούν το νέο τους απόκτημα όπου θέλουν, αφού η DB5 Goldfinger δεν διαθέτει έγκριση τύπου για έκδοση πινακίδων και κυκλοφορία στο δρόμο!

Ο υπεύθυνος του Heritage Division της φίρμας, Clive Wilson, δήλωσε: «Είμαστε ενθουσιασμένοι που βλέπουμε την πρώτη νέα DB5 να παίρνει σιγά-σιγά την τελική της μορφή. Έχουν περάσει πάνω από 50 χρόνια από τότε που φτιάχτηκε εδώ ένα τέτοιο μοντέλο. Σήμερα γινόμαστε μέρος της ιστορίας της Aston Martin, κάνουμε κάτι για το οποίο θα έχουμε να λέμε στα εγγόνια μας».

Υπενθυμίζουμε ότι η DB5 Goldfinger αποτελεί το δεύτερο μοντέλο «continuation» της Aston Martin, μετά από την DB4 GT.

[Πηγή: Aston Martin]