node/37634

Aston Martin DB4 GT 1959-1963: Ήρεμη δύναμη

Μπορεί να τα βρήκε μπαστούνια στις πίστες και στους αγώνες από τη Ferrari, αλλά η DB4 GT δεν έπαυε να είναι ένα από τα ταχύτερα και τα πιο διακεκριμένα GT της γενιάς της.

Νικήτρια στις 24 Ώρες του Le Mans το 1959 και πρώτη βρετανική κατασκευάστρια εταιρεία που στέφθηκε πρωταθλήτρια στο παγκόσμιο πρωτάθλημα αντοχής, η Aston Martin βρισκόταν στο απόγειο της θητείας της στους αγώνες εκείνη τη χρονιά. Θρίαμβος που κινδύνευε να μείνει χωρίς συνέχεια εξαιτίας της αλλαγής των κανονισμών που απέκλειε τα αυτοκίνητα «Σπορ» εις όφελος των μοντέλων «Υψηλού Τουρισμού». Με τη διάθεση να διατηρήσει το πλεονέκτημά του, ο David Brown, ιδιοκτήτης της βρετανικής φίρμας, αποφάσισε λοιπόν να μεταμορφώσει την κουπέ DB4 παραγωγής σε ένα «άγριο GT». 

Σπορ δρομέας μεγάλων αποστάσεων με γενναιόδωρες διαστάσεις, η DB4 που είχε ντεμπουτάρει στο λονδρέζικο σαλόνι Αυτοκινήτου του 1958, δεν διέθετε ωστόσο την αύρα ενός καθαρόαιμου αγωνιστικού αυτοκινήτου.

Aston Marin DB4 GT
Ισχυρή και γρήγορη, η DB4 GT μοστράριζε μια κόμπακτ σιλουέτα, όμορφη και άγρια συνάμα, και σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα πετυχημένη.


Δύναμη χωρίς δόξα
To στοίχημα ήταν φιλόδοξο, αλλά όχι μη ρεαλιστικό. Κάτω από τις καμπύλες της ωραίας κυρίας από το Newport Pagnell (η παραγωγή της DB4 σηματοδότησε τη μεταφορά από τις παλιές εγκαταστάσεις στο Feltham), η DB4 έκρυβε ισχυρό δυναμικό με το νέο 6κύλινδρο μοτέρ της, ήδη δοκιμασμένο στους αγώνες, τα τέσσερα δισκόφρενά της, τη μοντέρνα δομή της και την ελαφριά, αλουμινένια καροσερί της. Αμάξωμα τεχνοτροπίας «Superleggera» από την Carrozzeria Touring - σειρά από διασυνδεδεμένους χαλύβδινους σωλήνες που υποστηρίζαν ελαφριά λαμαρίνα από κράμα αλουμινίου και μαγνησίου. 

Πέρα από την αγωνιστική προετοιμασία του κινητήρα, που είχε σχεδιάσει ο Tadek Marek, που ανέβασε γαλήνια την ισχύ από τα 240 στα 302 άλογα, οι ουσιαστικές προσπάθειες κατευθύνθηκαν φυσικά προς την αγωνιστική ομοιογένεια, το μάζεμα και το ελάφρωμα του αυτοκινήτου.

Aston Marin DB4 GT
Άψογο και ευανάγνωστο καντράν, όμορφα εντεθειμένο στο μαύρο ματ ταμπλό, και ξύλινο τιμόνι, δημιουργούσαν ένα υπέροχο και λειτουργικό περιβάλλον.


Έτσι, σε σχέση με την DB4 παραγωγής, η GT είδε το μεταξόνιό της να κονταίνει κατά 13 πόντους, ενώ ελάφρυνε καμιά 100στή κιλά στο ζύγι, υιοθετώντας πιο φίνες λαμαρίνες στην καροσερί και αλλάζοντας τα τζάμια της με πλεξιγκλάς -εκτός βέβαια του παρμπρίζ. Με σιλουέτα πολύ συγγενή με αυτήν της μάνα της, η DB4 GT φιγουράριζε σαφώς πιο ομοιογενής με την πιο συμπαγή κοψιά της, αλλά και σφόδρα πιο επιθετική χάρη στη φαρδιά αεροεισαγωγή στο καπό και τα κελυφωτά φανάρια της. 

Γεννημένη για τους αγώνες, η όμορφη Αγγλίδα του Newport Pagnell δεν τόλμησε ωστόσο να αψηφήσει την παράδοση και να ξεφορτωθεί τα δερμάτινα καθίσματα, την παχιά μοκέτα, ακόμα και το καλοριφέρ της, παραμένοντας πολύ βαριά για αγωνιστικό αυτοκίνητο.

Aston Marin DB4 GT
Πλαισιωμένο από κομψά κάθετα φανάρια, το πορτμπαγκάζ ήταν ολοκληρωτικά κατειλημμένο από τη ρεζέρβα και το ρεζερβουάρ των 136 lt.


Τα 1.270 κιλά της συνιστούσαν ένα ανυπέρβλητο μειονέκτημα, ακόμα και γι’ αυτήν που ήταν το πιο ισχυρό GT της εποχής, ειδικά απέναντι στις Ferrari 250GT που δεν ξεπερνούσαν τον τόνο. Πάντα πίσω από τις Ιταλίδες, εγκατέλειψε γρήγορα την αγωνιστική σκηνή για να ταξιδεύει στους ανοιχτούς δρόμους, όπου για κάμποσα χρόνια δεν υπήρξε άξιος αντίπαλος για να αναμετρηθεί μαζί της.

H DB4 κλείνοντας να πούμε ότι ήταν αυτοκίνητο που άνοιξε το δρόμο για την εμβληματική DB5 που έγινε διάσημο, ως το αυτοκίνητο που επελέγη για τον James Bond, και για την DB6 που ακολούθησε. Σήμερα, όπως και όταν ήταν καινούργια, οποιοδήποτε DB4 είναι το κατάλληλο κομμάτι για ξεχωριστή οδήγηση, όσο οι παλιές Jaguar και οι παλιές Ferrari.

Aston Marin DB4 GT
Τα δύο διπλά SU αντικαταστάθηκαν από τρία διπλά Weber 45 DCOE4, τα πιστόνια αντικαταστάθηκαν από άλλα υψηλής συμπίεσης, ενώ η συμπίεση του μοτέρ ανέβηκε από το 8,25 στο 9,0:1.


Για όσους λοιπόν θα ενδιαφέρονταν, στην αγορά του κλασικού αυτοκινήτου σήμερα, μια Aston Martin DB4 GT σε κατάσταση «Concours» κοστίζει σχεδόν 3,4 εκατ. ευρώ. Αλλά ακόμη και ένα αυτοκίνητο σε κατάσταση «Fair», που θα χρειαστεί πολύ μάζεμα για να γίνει κομμάτι για εθνικά και διεθνή Concours d’Élégance, δεν πέφτει κάτω από τα δύο εκατομμύρια.

Η τελευταία εκδοχή της DB4, και αναμφισβήτητα ένα από τα ομορφότερα αυτοκίνητα που κατασκευάστηκαν ποτέ, ήρθε με τη μορφή της DB4 GTΖ της Carrozzeria Zagato. Συνολικά 19 αυτοκίνητα μεταφέρθηκαν στο Milano για να ντυθούν με την καροσερί, σήμα-κατατεθέν του Ιταλού καροτσερίστα. Οι DB4 GTZ μάλιστα ανέβηκαν λίγο σε ισχύ, φτάνοντας τα 318 άλογα. Ως πιο αποκλειστικές από όλες τις DB4, ήταν και οι πιο ακριβές, όπως εξάλλου και σήμερα που φτάνουν τα δέκα εκατομμύρια ευρώ. 

Aston Marin DB4 GTZ

Η DB4 GT με μια ματιά
Κινητήρας 6 κύλινδροι σε σειρά
Χωρητικότητα 3.670 cc 
Ισχύς 306 PS (net)/6.000 rpm
Ροπή 366 Nm/5.000 rpm
0-100 km/h 6,4”
0-1.000 m 25,6”
Τελική ταχύτητα 245 km/h
Παραγωγή 75 αυτοκίνητα (1959-1963)
Τιμή σήμερα €3.375.000 (κατάσταση Concours)

node/39652
Alice Huyler Ramsey

DRIVE Legend: Alice Huyler Ramsey 1886-1983

Σε πείσμα της συμπλεγματικής αντίληψης και των ηθών στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρξαν γυναίκες που προσέφεραν τα μέγιστα στην αυτοκινητοβιομηχανία. Μια από αυτές ήταν η Ramsey που, σαν σήμερα το 1909, ολοκλήρωσε τη διάσχιση των ΗΠΑ από Ανατολή σε Δύση...

Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

DRIVE Legend: Alice Huyler Ramsey 1886-1983

Αν ξεχωρίζαμε δέκα γυναίκες που η αυτοκινητοβιομηχανία πρέπει να τους υποκλιθεί αυτές θα ήταν οι Bertha Benz, Helene Rother, Dorothée Pullinger, Wilma K. Russey, Florence Lawrence, Alice Huyler Ramsey, Joan Newton Cuneo, June McCarroll, Mary Anderson και η Charlotte Bridgwood. Με αυτή ή με οποιαδήποτε άλλη σειρά αξιολογεί ο καθένας.

Όμως, για την πρώτη που ολοκλήρωσε το cross-country των ΗΠΑ από την Ανατολική στη Δυτική Ακτή και για την πρώτη που μπήξε Automotive Hall of Fame θεωρούμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία. Ένα «ταξίδι» που η Alice Ramsey όχι μόνο το πραγματοποίησε στο περιθώριο της οικιακής ενασχόλησης και των μητρικών καθηκόντων της, αλλά και στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια εποχή διόλου προνομιακή για μια γυναίκα. 

Η Alice γεννήθηκε ως Huyler στο New Jersey το 1886 και λίγα πράγματα είναι γνωστά για την νεότητά της. Γνωρίζουμε όμως ότι αποφοίτησε από το Vassar College σε μια εποχή που λιγότερο από το 7% των γυναικών πήγαιναν στο κολέγιο. Κάτι που αποτελεί για τα ήθη της εποχής προκλητικό και επαναστατικό από μόνο του. Αν και πήρε κορυφαία εκπαίδευση, δεν μπήκε ποτέ στο εργατικό δυναμικό των ΗΠΑ. Αντ’ αυτού, παντρεύτηκε τον γερουσιαστή John R. Ramsey και από τα 22 κιόλας ήταν νοικοκυρά με δύο μικρά παιδιά. Ωστόσο, η παραμονή στο σπίτι δεν την ικανοποιούσε και όταν αγόρασε το πρώτο της αυτοκίνητο, το 1908, σύντομα μπήκε σε… περιπέτειες. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Οι τοπ 10 γυναίκες στην αυτοκινητική ιστορία

Παρότι οι Αμερικανίδες αποθαρρύνονταν από το περιβάλλον τους και γενικότερα από την κοινωνία να οδηγούν αυτοκίνητο, η Alice όχι μόνο έμαθε να σοφάρει, αλλά έγινε και οδηγάρα. Μόλις λίγους μήνες αφότου έπιασε για πρώτη φορά τιμόνι, συμμετέσχε στον αγώνα αντοχής του Montauk Point που απαιτούσε να οδηγήσει 200 μίλια σε μη ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Και ενώ ήταν μία από τις δύο μόνο γυναίκες στον αγώνα, όχι μόνο ολοκλήρωσε το ταξίδι, αλλά πέτυχε τέλεια επίδοση τερματίζοντας στην τρίτη θέση.

Alice Huyler Ramsey

Η φανταστική επίδοση της Alice πήρε διάσταση στον Τύπο, με την αυτοκινητοβιομηχανία Maxwell να έχει μια ιδέα για μια διαφημιστική καμπάνια με πρωταγωνίστρια την Alice: Θα της έδινε ένα καινούργιο 4κύλινδρο Maxwell DA με 30 άλογα για να διασχίσει ολόκληρη τη χώρα με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Και σε αντάλλαγμα, η Alice θα έδειχνε στον κόσμο ότι η Maxwell είχε φτιάξει ένα τόσο καλό αυτοκίνητο, ώστε ο καθένας -μπρρρ! ακόμα μια γυναίκα!- θα μπορούσε να το οδηγήσει. Η Alice συμφώνησε και στις 9 Ιουνίου του 1909 μαζί με άλλες τρεις φίλες της, που σημειωτέον καμία τους δεν ήξερε να οδηγεί, ξεκίνησαν τη διάσχιση της χώρας για πρώτη φορά με γυναικείο πλήρωμα.

Προφανώς η οδήγηση στην Αμερική το 1909 δεν έχει καμία σχέση με ό,τι γνωρίζουμε σήμερα. Από τα 5.800 km που διήνυσε η Alice από τη Νέα Υόρκη στο San Francisco, μόλις τα 250 ήταν λιθόστρωτα. Μάλιστα οι περισσότεροι δρόμοι δεν είχαν καν όνομα ή σήμανση, οπότε η Ramsey έπρεπε να χρησιμοποιήσει οδηγούς της εποχής που ονομάζονταν The Blue Book, κάτι αντίστοιχο με τους Guides Bleu της Michelin. Βέβαια, και πάλι οι οδηγίες ήταν ασαφείς ή παραπλανητικές και χωρίς καμία εικονογράφηση.

Μια οδηγία που έλεγε «στρίψε αριστερά στην πράσινη αγροικία» θα μπορούσε να σε στείλει εκατοντάδες μίλια εκτός πορείας, επειδή ο αγρότης είχε αποφασίσει εν τω μεταξύ να βάψει το σπίτι του κίτρινο. Τα πράγματα δε, έγιναν ακόμη χειρότερα καθώς για πέρα από το Μισισιπή δεν υπήρχαν οδηγίες στο Blue Book, οπότε η Alice θα έπρεπε κυριολεκτικά να μαντέψει το δρόμο της προς τη Δύση. Και για να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες, ακολουθούσε τους πιο πατημένους δρόμους ή αυτούς που είχαν τους τηλεφωνικούς στύλους με τα περισσότερα καλώδια.

Εκτός από την πλοήγηση σε σχεδόν αδιάβατους δρόμους, η Alice έδειξε εντυπωσιακές μηχανικές δεξιότητες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της άλλαξε τουλάχιστον 11 λάστιχα, επισκεύασε το σπασμένο πεντάλ του φρένου, καθάριζε διαρκώς τα μπουζί για να κρατήσει το μοτέρ σε λειτουργία και χρειάστηκε να ψύξει το συμπλέκτη του Maxwell, μεταφέροντας νερό από τα πλευρικά χαντάκια του δρόμου με ένα ποτήρι .

Alice Huyler Ramsey

Οι δρόμοι δεν ήταν οι μοναδικές προκλήσεις που αντιμετώπιζε η Alice και οι σύντροφοί της. Στη Nebraska, βρέθηκαν εν μέσω ενός ανθρωποκυνηγητού για έναν δολοφόνο. Στο Wyoming, «τσακώθηκαν» με τους κοριούς του ξενοδοχείου και στη Nevada αντιμετώπισαν μια ομάδα ιθαγενών Αμερικανών που κρατούσαν τόξα και βέλη. Ωστόσο, η Alice δεν τα παράτησε.

Παρόλα τα εμπόδια που αντιμετώπισαν, η Alice και οι συντρόφισσές της ολοκλήρωσαν με επιτυχία το ταξίδι τους στις 6 Αυγούστου του 1909, φτάνοντας στο San Francisco τρεις εβδομάδες αργότερα από το προγραμματισμένο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, έγιναν τα αγαπημένα παιδιά του Τύπου και λαϊκοί ήρωες. Οι άνθρωποι έρχονταν καβάλα σε άλογα και άμαξες από για μίλια μακριά για να τις συναντήσουν σχεδόν σε κάθε στάση του ταξιδιού τους, συχνά περιμένοντας ώρες για να δουν εκείνες τις «pretty women motorists».

Ύστερα από το συνταρακτικό ταξίδι της, η Alice επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε τα παιδιά της και το 1961 έγραψε το βιβλίο «Veil, Duster and Tire Iron» εξιστορώντας το ταξίδι της. Ποτέ δεν έπαψε να αγαπάει τα αυτοκίνητα και ολοκλήρωσε ακόμα πάνω από 30 cross-country, πριν περάσει στην αιωνιότητα το 1983 σε ηλικία 96 ετών. Το 2000 έγινε η πρώτη γυναίκα που μπήκε Automotive Hall of Fame, ενώ της απενεμήθη επίσης ο τίτλος της «First Lady of Automotive Travel» και της «Woman Motorist of the Century».

node/39651

Η Bowmore και η Aston Martin εμφιαλώνουν το συλλεκτικό ουίσκι Black Bowmore DB5 1964

Θα διατεθούν μόλις 25 συσκευασίες - Δείτε πόσο κάνει το single malt των 56 ετών.

Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2020 | Θοδωρής Τσίκας Επικοινωνία

Η Bowmore και η Aston Martin εμφιαλώνουν το συλλεκτικό ουίσκι Black Bowmore DB5 1964

Η Bowmore και Aston Martin ανακοίνωσαν μια συνεργασία το 2019 για τη δημιουργία αποκλειστικών εμφιαλώσεων. Το Black Bowmore DB5 1964 είναι η πρώτη κυκλοφορία στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας.
Το 1964 είναι μια εμβληματική χρονολογία για την Bowmore, αφού τότε εγκατέστησε στο αποστακτήριό της έναν ολοκαίνουργιο λέβητα ατμού και παρόπλισε τον παλαιό που δούλευε με άνθρακα. 
Η πρώτη απόσταξη από αυτόν τον νέο λέβητα έφτιαξε το Black Bowmore, το οποίο αποστάχθηκε για πρώτη φορά στις 5 Νοεμβρίου 1964.

Ωστόσο η Bowmore δεν είναι μια τυχαία εταιρεία. Παράγει το μοναδικό δικό της single malt από το 1779 στο αποστακτήριο στις δυτικές ακτές της Σκωτίας.

Ο David Turner, διευθυντής αποστακτήρων της Bowmore, δήλωσε: «Το 1964 αντιπροσωπεύει μια σημαντική ημερομηνία στη σύγχρονη ιστορία του αποστακτηρίου. Όχι μόνο μια βασική στιγμή για το πώς αποστάξαμε το οινόπνευμα,  αλλά και πώς η διαδικασία αυτή  συνέχισε να δημιουργεί το Black Bowmore.
Για το λόγο αυτό επιλέξαμε και τη συνεργασία με την Aston Martin, που μας επέτρεψε να παρουσιάσουμε για άλλη μια φορά αυτό το εμβληματικό single malt με τον πιο απίστευτο τρόπο». 

Ωστόσο το 1964 είναι μια εξίσου εμβληματική χρονιά και για την Aston Martin. Μετά την κυκλοφορία της DB5 το 1963, το 1964 το αυτοκίνητο έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη σαν το αυτοκίνητο του James Bond στην ταινία Goldfinger.

ασ

Ο Marek Reichman, εκτελεστικός αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Aston Martin, δήλωσε: «Αυτή η συναρπαστική νέα συνεργασία με την Bowmore μας δίνει την τέλεια ευκαιρία να γιορτάσουμε ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας μας συνδυάζοντας την εμβληματική DB5 με τις εκλεπτισμένες γεύσεις αυτού του παγκοσμίου φήμης single malt». 

Το Black Bowmore DB5 1964 θα εμφιαλωθεί μόνον σε 17 μπουκάλια από τα οποία τα 25 θα διατίθενται προς πώληση. Το Black Bowmore περιγράφεται ως ένα ουίσκι με «έντονες γεύσεις από μάνγκο, φρούτα του πάθους και μέλι ακακίας, που συνδυάζονται με έναν ισχυρό συνδυασμό καφέ και καπνού».

Το μπουκάλι Black Bowmore DB5 έχει κατασκευαστεί από τη Glasstorm, ένα στούντιο επεξεργασίας γυαλιού στη Σκωτία. Τα μπουκάλια διατίθενται σε ένα χειροποίητο κουτί παρουσίασης, ο σχεδιασμός του οποίος αναπαριστά τις εγκαταστάσεις του αποστακτηρίου, την ώρα που το κάτω μέρος του μπουκαλιού έχει σχήμα πιστονιού. 

Το Black Bowmore DB5 1964 θα είναι διαθέσιμο από τα τέλη του φθινοπώρου 2020 αντί του πόσου των  50.000 στερλινών (περίπου €55.000) ανά συσκευασία!