node/36135

Aston Martin DB2/4 1953-1957

Με την DB2/4, η Aston Martin έκανε τη διακριτική είσοδό της στον μικρόκοσμο των διακεκριμένων κατασκευαστών. Και προανήγγειλε το λαμπρό μέλλον του Newport Pagnell…

To 1947, όταν ο David Brown εξαγόρασε την Aston Martin, μια μικρή και πτωχευμένη φίρμα, γνωστή μόνο στους παθιασμένους με το αυτοκίνητο, προσδοκούσε να κορέσει το πάθος του για τους αγώνες. Η σχεδόν ταυτόχρονη εξαγορά της Lagonda, εξίσου διακεκριμένης και ομοίως με την Aston ασθμαίνουσας, του κληροδότησε έναν πολλά υποσχόμενο 6κύλινδρο κινητήρα με δύο εκκεντροφόρους. Ένα μοτέρ που η εταιρεία σχεδίασε και εξέλιξε υπό τη διεύθυνση του Walter Bentley και που κορύφωσε τις φιλοδοξίες του Brown να πορευτεί σε ένα μονοπάτι που δεν θα μονοπωλούσαν οι αγώνες. 

Γεννημένη από τους αγώνες
Η τοποθέτηση αυτού του 6κύλινδρου κινητήρα πάνω σε σασί της Aston Martin γέννησε την DB2. Το αυτοκίνητο έκανε το ντεμπούτο του στις 24 Ώρες του Le Mans του 1949, πριν κάνει πρεμιέρα ως αυτοκίνητο παραγωγής στο Σαλόνι του Λονδίνου, την επόμενη χρονιά.

Ισχυροποιημένο από τα αποτελέσματά του στους αγώνες, γνώρισε μια σχετική εμπορική επιτυχία και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αλλά η πολύ τυπική αγωνιστική όψη του αποθάρρυνε εκείνη την πλούσια πελατεία που έβαζε σε προτεραιότητα την άνεση παρά τις δυνατές συγκινήσεις.

Aston Martin DB2/4

Εξελιγμένη το 1953, η DB2/4 (για τις τέσσερις θέσεις) άμβλυνε τις αντιστάσεις χάρη στις δύο πίσω συμβολικές θέσεις που όμως όταν η πλάτη τους έπεφτε δημιουργούσαν ασυνήθιστα μεγάλο χώρος αποσκευών για κουπέ. Η πρόσβαση στο πορτμπαγκάζ μέσω μιας τρίτης κεκλιμένης πόρτας (DB2/4 Saloon), πράγμα σπάνιο για την εποχή, της οποίας το κρύσταλλο έδενε τέλεια με το πίσω κόψιμο, ιταλικής έμπνευσης και ειδικά των προπολεμικών Alfa Romeo  Η σχεδίαση στο πίσω μέρος έκανε κοντράστ με τις τραβηγμένες γραμμές του ρύγχους που τελείωνε σε μια γρίλια σχεδόν κάθετη.

Στην καμπίνα, η σπορ εικόνα αυστηρή και αρκετά λιτή, διασκεδάστηκε επιτυχημένα με ωραίες δερμάτινες επενδύσεις και με ψηφίδες ακριβού ξύλου. Το ιδιαίτερα άκαμπτο σασί επέτρεψε την υιοθέτηση μονοκόμματου καπό που έδινε πρόσβαση στον 6κύλινδρο κινητήρα. 

DB2/4

Καθαρόαιμο
Παρότι πιο ευρύχωρη η DB 2/4 παρέμενε ένα καθαρόαιμο σπόρτσκαρ. Με τον γεμάτο χαρακτήρα 6κύλινδρο κινητήρα σε σειρά που έστελνε τη δύναμη στον πίσω άξονα και χωρίς τα καπρίτσια της νεότητας, προσέφερε ζυγισμένη οδική συμπεριφορά μέσα από τις σφιχτές, αλλά πολιτισμένες αναρτήσεις της.

Με άλλα λόγια, ο οδηγός είχε να κάνει με το αρχετυπικό πολυτελές βρετανικό σπόρτσκαρ των 50s, αριστοκρατικό αλλά και αγροτικό συνάμα, που στην περίπτωση της DB2/4 προσέφερε δυνατά συναισθήματα μέσα σε μια πολυτελή «μπανιέρα».

Aston Martin DB2/4  

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι εξελισσόμενη προϊόντος του χρόνου, η DB2/4 έπαιρνε αδιαμφισβήτητα βάρος. Από το 1954 και προκειμένου να ανταποκρίνονται οι επιδόσεις στο στάτους του αυτοκινήτου, το μοτέρ ανέβηκε στα τρία λίτρα και η ισχύς από 140 έως 195 άλογα, ανάλογα με την παραγγελία.

Ο καλπασμός του μοντέλου σε ισχύ, συνοδεύτηκε και από κάμποσα λίφτινγκ, με πιο αξιοσημείωτη την υιοθέτηση μιας γρίλιας εμπνευσμένης από τις αγωνιστικές Aston, που θα εξελισσόταν στην επίσημη υπογραφή της φίρμας του πάλαι ποτέ Newport Pagnell και του σημερινού Gaydon.

Η εικονιζόμενη Drophead Coupé είναι μια MkII από τον Mulliner. Κατά τα ειωθότα της εποχής διάφοροι coachbuilders «έντυσαν» την DB2/4 με την Tickford να έχει κάνει τα περισσότερα κομμάτια -καθόλου περίεργο καθώς εξαγοράστηκε από τον David Brown το 1954. Τρία σασί στάλθηκαν στην Carrozzeria Touring για να γίνουν DB2/4 Spyder –η ιταλική καροτσερία μην ξεχνάμε ότι βοήθησε την Aston για να φτιάξει τη DB4 Superleggera.

Ακόμα, μια και μόνο Aston Martin DB2/4 Coupé MkII έγινε Supersonic από την Carrozzeria Ghia, μια από τις 15 εκδοχές του Ghia πάνω στο αγωνιστικό σχέδιο του Giovanni Savonuzzi.

Aston Martin DB2/4 bodied
DB2/4 MkΙΙ, από αριστερά προς τα δεξιά και από πάνω προς τα κάτω: Drophed Coupé από τους Tickford Coachbuilders, Fixed Head Coupé από τους Tickford Coachbuilders, Saloon από τους Tickford Coachbuilders, Touring Spyder από την Carrozzeria Touring, Supersonic Coupé από την Carrozzeria Ghia.


Στο σημείο αυτό να πούμε ότι η DB2/4 είχε και σημαντική κινηματογραφική καριέρα, καθώς μια τέτοια Drophead Coupé MkI οδηγεί η Nathalie Kay «Tippi» Hedren στο φιλμ «Τα πουλιά» του Alfred Hitchcock, το 1963.

hedren

Σήμερα, στην αγορά του κλασικού αυτοκινήτου μια DB2/4 Saloon MkI (1953-1955) κοστίζει €337.000 σε κατάσταση Concours, ενώ η αντίστοιχη Drophead Coupé απογειώνεται στα 500 χιλιάρικα. Οι πιο ισχυρές MkII, στοιχίζουν αντίστοιχα για την ίδια κατάσταση €390 και €540 χιλιάδες.  

Η DB2/4 με μια ματιά
Κινητήρας 6κύλινδρος σε σειρά
Χωρητικότητα 2.589 cc και 2.922 cc
Ισχύς 125 PS έως 195 PS
Τελική ταχύτητα 175 km/h έως 200 km/h
Παραγωγή 1.303 αυτοκίνητα (1953-1957)
Τιμή σήμερα Από €340 έως 540 χιλιάδες

node/39689
Jean Rédélé

Jean Rédélé: Monsieur Alpine

H Alpine ήταν σαφώς η Berlinette, αλλά ήταν επίσης βιομηχανική περιπέτεια και μια λαμπρή αγωνιστική πορεία που συνέθεσε ο Jean Rédélé. O άνθρωπος που άφησε ορφανή την αυτοκινητική σκηνή σαν σήμερα πριν από 13 χρόνια.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

Jean Rédélé: Monsieur Alpine

Στην αυγή των μεταπολεμικών χρόνων, ο Jean Rédélé έβαλε στο συρτάρι το φρέσκο δίπλωμα της Ανωτάτης Εμπορικής -και τα όνειρά του για μια καριέρα στη Νομαρχία- για να αναλάβει στην οικογενειακή αντιπροσωπεία της Renault, στη Διέππη. Για τον πιο νέο αντιπρόσωπο στη Γαλλία (ήταν μόλις 24 ετών) αυτό φάνταζε μια ισχυρή πρόκληση. Οι βομβαρδισμένες εγκαταστάσεις της ήταν σχεδόν ερείπια και οι καθυστερήσεις στην παράδοση για ένα παλιό Juva 4 έφταναν τα δύο χρόνια! 

Ανδρική ιστορία
Πολύ γρήγορα, η έλευση του 4 CV και η σαρωτική επιτυχία του επέτρεψαν στον Rédélé να αναπτύξει την επιχείρηση, αλλά και να ανακαλύψει το πάθος του για τους αγώνες. Στο τιμόνι του 4 CV λοιπόν, διήνυε σχεδόν 100 χιλιάδες χιλιόμετρα τον χρόνο με το γκάζι στο πάτωμα. Όμως, μεταξύ της σπορ και της αγωνιστικής οδήγησης, η διαχωριστική γραμμή πολλές φορές είναι δυσδιάκριτη. Ειδικά όταν έχεις να κάνεις με μια μικρή βόμβα των… μόλις 21 αλόγων και στο παρά «τσακ» χάνεις την πρώτη θέση στο ράλι Monte-Carlo του 1952. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Δοκιμάζουμε το Renault 4CV 1947-1961 [video]

Το ταλέντο του Rédélé πήρε τη ρεβάνς λίγους μήνες αργότερα, στην Ιταλία, θριαμβεύοντας στο Mille Miglia με εκθαμβωτικό τρόπο. Ωστόσο, κάθε φορά που οι στροφές σε έναν αγώνα λιγόστευαν, εξοργιζόταν που δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους ταχύτερους με το μικρό, ανίσχυρο 4 CV. Ήδη, φανταζόταν ένα μικρό, χαμηλό κουπέ, καλοσχεδιασμένο κι ελαφρύ, βασισμένο πάνω στον «ψύλλο» της Renault -la puce.

Jean Rédélé 

Με το όνομα «Alpine», ως ανάμνηση για τη νίκη του στο Coupe des Alpes, η πρώτη δημιουργία του Rédélé έκανε την εμφάνισή της τον Ιανουάριο του 1955. Τον Jean, που δεν ήταν ούτε μηχανολόγος ούτε μηχανικός, στον σχεδιασμό αυτού του πρώτου μοντέλου καθοδηγούσαν μόνο η αίσθηση και η λογική. Εκείνο που ήξερε όμως ήταν να περιστοιχίζεται, να ακούει και να δείχνει εμπιστοσύνη σε νέους τεχνικούς χωρίς εμπειρία, αλλά δημιουργικούς και συνεγερμένους χωρίς όριο στην κοινή προσπάθεια.

"O Jean Rédélé χάρισε στη γαλλική αυτοκίνηση μια σπουδαία και ωραία περιπέτεια. Και ένα παλμαρές δαφνοστολισμένο..."

Η Alpine λοιπόν, ήταν πρώτα απ’ όλα μια μεγάλη οικογένεια, γεμάτη συναισθήματα και πάθος. Η κλιμάκωση συνεχίστηκε με την εμφάνιση της Berlinette που, υιοθετώντας τα μοτέρ του καινούργιου R8 Gordini, ξεκίνησε την εκπληκτική επιδρομή της στα ράλι. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ DRIVE Legends: Alpine A110 1300S 1966-1971

Εντυπωσιασμένη από αυτό το κύμα επιτυχιών, η Renault αποφάσισε, το 1965, να ανοίξει το δίκτυο πωλήσεών της στα μικρά μπλε αυτοκίνητα. Και στη συνέχεια, από την επόμενη χρονιά κιόλας, να κάνει την Alpine το «αγωνιστικό τμήμα» της. Έτσι γεννήθηκε η Alpine Renault. Αλλά θα ήταν αποκλειστικά η προσωπικότητα του Rédélé που εξέφραζε όλη την ψυχή της. Και τελικά θα απολάμβανε τις υπηρεσίες των Jean-Claude Andruet, Ove Andersson, Jean-Pierre Nicolas, Jean-Luc Thérier, Bernard Darniche...

Jean REDELE & Amédée Gordini
Ο Jean Jean Rédélé και ο Amédée Gordini στο σταντ της Alpine­Renault στις 12 Ώρες της Reims, την 1η Σεπτεμβρίου του 1965.


Οι «έμποροι στροφών» όπως αποκαλούσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους, κέρδιζαν σε όλα τα μέτωπα και τελικά εξασφάλισαν για την Alpine, το 1973, τον παγκόσμιο τίτλο στα ράλι.

Βιομηχανικό χάος
Βέβαια, στο βιομηχανικό-παραγωγικό γίγνεσθαι της Alpine, η περιπέτεια ήταν τέτοια στην κυριολεξία. Με άλλα λόγια, χαοτική. Εν τω μεταξύ, το 1972, μια απεργία παρέλυσε την επιχείρηση, με τη Renault να εξαγοράζει ελέγχον μερίδιο στην Alpine.

Η διαδοχή ενός μύθου όπως ήταν αυτός της Berlinette θα αποδεικνυόταν μια αποστολή σχεδόν αδύνατη για τις νέες Alpine A 310 και V6. Και τόσο αποκαρδιωτική, που ο Rédélé, που πλέον δεν αισθανόταν αφεντικό στο σπίτι του, πούλησε την εταιρεία στη Renault το 1977. Αφού προηγουμένως πήρε την υπόσχεση ότι ο Ρόμβος θα διατηρούσε τις θέσεις εργασίας στις εγκαταστάσεις της εταιρείας για 15 χρόνια. Η Alpine συνέχισε ως αγωνιστική οντότητα μέχρι το 1978, οπότε και νίκησε στις 24 Ώρες του Le Mans με τους Jean-Pierre Jaussaud και Didier Pironi στο τιμόνι της Renault Alpine A442B. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Renault Alpine GTA V6 Turbo Le Mans 1990-1991

Στο «πολιτικό» επίπεδο, οι νέες Alpine, πολύ φρόνιμες, τυπικά σπορ μοντέλα «Régie», με πενιχρή διανομή από το δίκτυο της Billancourt δεν θα πουλούσαν. Και o Ρόμβος θα αποφάσιζε να βάλει τελεία και παύλα σε αυτό το ταξίδι το 1995.

Ο Rédélé συνέχισε ως μέλος της Renault Sport, όπως ονομαζόταν πια από το 1976, μέχρι τη σύνταξή του. Έτσι, ο άνθρωπος που έφτιαξε ένα δικό του «Renault» για δική του χρήση, ολοκλήρωσε την καριέρα του με τη Formula 1, ζώντας όλη τη ζωή του ταγμένος στον Ρόμβο.

Ο Rédélé έφυγε από τη ζωή στις 10 Αυγούστου του 2007, σε ηλικία 85 ετών, και αναπαύεται στο κοιμητήριο της Μονμάρτης, στο Παρίσι. 

H Alpine του Rédélé με μια ματιά
1955 Γέννηση της Alpine
1962 Παρουσίαση της Α 110
1971 Λανσάρισμα της Α 310
1973 Πρωταθλήτρια στο WRC
1977 Εξαγορά από τη Renault
1978 Νίκη στις 24 Ώρες του Le Mans
1991 Λανσάρισμα της Α 610
1995 Τερματισμός της παραγωγής 
 

node/39652
Alice Huyler Ramsey

DRIVE Legend: Alice Huyler Ramsey 1886-1983

Σε πείσμα της συμπλεγματικής αντίληψης και των ηθών στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρξαν γυναίκες που προσέφεραν τα μέγιστα στην αυτοκινητοβιομηχανία. Μια από αυτές ήταν η Ramsey που, σαν σήμερα το 1909, ολοκλήρωσε τη διάσχιση των ΗΠΑ από Ανατολή σε Δύση...

Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

DRIVE Legend: Alice Huyler Ramsey 1886-1983

Αν ξεχωρίζαμε δέκα γυναίκες που η αυτοκινητοβιομηχανία πρέπει να τους υποκλιθεί αυτές θα ήταν οι Bertha Benz, Helene Rother, Dorothée Pullinger, Wilma K. Russey, Florence Lawrence, Alice Huyler Ramsey, Joan Newton Cuneo, June McCarroll, Mary Anderson και η Charlotte Bridgwood. Με αυτή ή με οποιαδήποτε άλλη σειρά αξιολογεί ο καθένας.

Όμως, για την πρώτη που ολοκλήρωσε το cross-country των ΗΠΑ από την Ανατολική στη Δυτική Ακτή και για την πρώτη που μπήξε Automotive Hall of Fame θεωρούμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία. Ένα «ταξίδι» που η Alice Ramsey όχι μόνο το πραγματοποίησε στο περιθώριο της οικιακής ενασχόλησης και των μητρικών καθηκόντων της, αλλά και στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια εποχή διόλου προνομιακή για μια γυναίκα. 

Η Alice γεννήθηκε ως Huyler στο New Jersey το 1886 και λίγα πράγματα είναι γνωστά για την νεότητά της. Γνωρίζουμε όμως ότι αποφοίτησε από το Vassar College σε μια εποχή που λιγότερο από το 7% των γυναικών πήγαιναν στο κολέγιο. Κάτι που αποτελεί για τα ήθη της εποχής προκλητικό και επαναστατικό από μόνο του. Αν και πήρε κορυφαία εκπαίδευση, δεν μπήκε ποτέ στο εργατικό δυναμικό των ΗΠΑ. Αντ’ αυτού, παντρεύτηκε τον γερουσιαστή John R. Ramsey και από τα 22 κιόλας ήταν νοικοκυρά με δύο μικρά παιδιά. Ωστόσο, η παραμονή στο σπίτι δεν την ικανοποιούσε και όταν αγόρασε το πρώτο της αυτοκίνητο, το 1908, σύντομα μπήκε σε… περιπέτειες. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Οι τοπ 10 γυναίκες στην αυτοκινητική ιστορία

Παρότι οι Αμερικανίδες αποθαρρύνονταν από το περιβάλλον τους και γενικότερα από την κοινωνία να οδηγούν αυτοκίνητο, η Alice όχι μόνο έμαθε να σοφάρει, αλλά έγινε και οδηγάρα. Μόλις λίγους μήνες αφότου έπιασε για πρώτη φορά τιμόνι, συμμετέσχε στον αγώνα αντοχής του Montauk Point που απαιτούσε να οδηγήσει 200 μίλια σε μη ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Και ενώ ήταν μία από τις δύο μόνο γυναίκες στον αγώνα, όχι μόνο ολοκλήρωσε το ταξίδι, αλλά πέτυχε τέλεια επίδοση τερματίζοντας στην τρίτη θέση.

Alice Huyler Ramsey

Η φανταστική επίδοση της Alice πήρε διάσταση στον Τύπο, με την αυτοκινητοβιομηχανία Maxwell να έχει μια ιδέα για μια διαφημιστική καμπάνια με πρωταγωνίστρια την Alice: Θα της έδινε ένα καινούργιο 4κύλινδρο Maxwell DA με 30 άλογα για να διασχίσει ολόκληρη τη χώρα με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Και σε αντάλλαγμα, η Alice θα έδειχνε στον κόσμο ότι η Maxwell είχε φτιάξει ένα τόσο καλό αυτοκίνητο, ώστε ο καθένας -μπρρρ! ακόμα μια γυναίκα!- θα μπορούσε να το οδηγήσει. Η Alice συμφώνησε και στις 9 Ιουνίου του 1909 μαζί με άλλες τρεις φίλες της, που σημειωτέον καμία τους δεν ήξερε να οδηγεί, ξεκίνησαν τη διάσχιση της χώρας για πρώτη φορά με γυναικείο πλήρωμα.

Προφανώς η οδήγηση στην Αμερική το 1909 δεν έχει καμία σχέση με ό,τι γνωρίζουμε σήμερα. Από τα 5.800 km που διήνυσε η Alice από τη Νέα Υόρκη στο San Francisco, μόλις τα 250 ήταν λιθόστρωτα. Μάλιστα οι περισσότεροι δρόμοι δεν είχαν καν όνομα ή σήμανση, οπότε η Ramsey έπρεπε να χρησιμοποιήσει οδηγούς της εποχής που ονομάζονταν The Blue Book, κάτι αντίστοιχο με τους Guides Bleu της Michelin. Βέβαια, και πάλι οι οδηγίες ήταν ασαφείς ή παραπλανητικές και χωρίς καμία εικονογράφηση.

Μια οδηγία που έλεγε «στρίψε αριστερά στην πράσινη αγροικία» θα μπορούσε να σε στείλει εκατοντάδες μίλια εκτός πορείας, επειδή ο αγρότης είχε αποφασίσει εν τω μεταξύ να βάψει το σπίτι του κίτρινο. Τα πράγματα δε, έγιναν ακόμη χειρότερα καθώς για πέρα από το Μισισιπή δεν υπήρχαν οδηγίες στο Blue Book, οπότε η Alice θα έπρεπε κυριολεκτικά να μαντέψει το δρόμο της προς τη Δύση. Και για να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες, ακολουθούσε τους πιο πατημένους δρόμους ή αυτούς που είχαν τους τηλεφωνικούς στύλους με τα περισσότερα καλώδια.

Εκτός από την πλοήγηση σε σχεδόν αδιάβατους δρόμους, η Alice έδειξε εντυπωσιακές μηχανικές δεξιότητες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της άλλαξε τουλάχιστον 11 λάστιχα, επισκεύασε το σπασμένο πεντάλ του φρένου, καθάριζε διαρκώς τα μπουζί για να κρατήσει το μοτέρ σε λειτουργία και χρειάστηκε να ψύξει το συμπλέκτη του Maxwell, μεταφέροντας νερό από τα πλευρικά χαντάκια του δρόμου με ένα ποτήρι .

Alice Huyler Ramsey

Οι δρόμοι δεν ήταν οι μοναδικές προκλήσεις που αντιμετώπιζε η Alice και οι σύντροφοί της. Στη Nebraska, βρέθηκαν εν μέσω ενός ανθρωποκυνηγητού για έναν δολοφόνο. Στο Wyoming, «τσακώθηκαν» με τους κοριούς του ξενοδοχείου και στη Nevada αντιμετώπισαν μια ομάδα ιθαγενών Αμερικανών που κρατούσαν τόξα και βέλη. Ωστόσο, η Alice δεν τα παράτησε.

Παρόλα τα εμπόδια που αντιμετώπισαν, η Alice και οι συντρόφισσές της ολοκλήρωσαν με επιτυχία το ταξίδι τους στις 6 Αυγούστου του 1909, φτάνοντας στο San Francisco τρεις εβδομάδες αργότερα από το προγραμματισμένο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, έγιναν τα αγαπημένα παιδιά του Τύπου και λαϊκοί ήρωες. Οι άνθρωποι έρχονταν καβάλα σε άλογα και άμαξες από για μίλια μακριά για να τις συναντήσουν σχεδόν σε κάθε στάση του ταξιδιού τους, συχνά περιμένοντας ώρες για να δουν εκείνες τις «pretty women motorists».

Ύστερα από το συνταρακτικό ταξίδι της, η Alice επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε τα παιδιά της και το 1961 έγραψε το βιβλίο «Veil, Duster and Tire Iron» εξιστορώντας το ταξίδι της. Ποτέ δεν έπαψε να αγαπάει τα αυτοκίνητα και ολοκλήρωσε ακόμα πάνω από 30 cross-country, πριν περάσει στην αιωνιότητα το 1983 σε ηλικία 96 ετών. Το 2000 έγινε η πρώτη γυναίκα που μπήκε Automotive Hall of Fame, ενώ της απενεμήθη επίσης ο τίτλος της «First Lady of Automotive Travel» και της «Woman Motorist of the Century».