Ταξιδεύοντας για την Κωνσταντινούπολη το τριήμερο του Grand Prix άκουσα στο ραδιόφωνο ότι φέτος το youtube γιορτάζει τα πέμπτα του γενέθλια. Δεν το πίστεψα. Το έψαξα στο internet και βρήκα ότι πράγματι το ίδρυσαν 3 πρώην εργαζόμενοι στο Paypal το Φεβρουάριο του 2005. Κι όμως, θα ορκιζόμουν ότι υπήρχε τουλάχιστον από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ή μάλλον από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά σε υπολογιστή. Να ψάχνω παλιά videoclip και τραγούδια, αγώνες rally και Formula 1, βιντεάκια εξωτικών αυτοκινήτων και πολλά άλλα. Θεωρώ πλέον τόσο δεδομένη τη δυνατότητα να βρίσκω και να βλέπω ό,τι έχει γυριστεί σε video ακόμη και πριν τριάντα χρόνια, που δεν μπορώ να φανταστώ πώς ζούσαν οι άνθρωποι χωρίς αυτό. Και χωρίς internet γενικότερα. Δηλαδή, τέλειωνε η μπάλα, σε είχε τραβήξει η δικιά σου σε κουαρτέτο εγχόρδων στο Μέγαρο και δεν μπορούσες να πατήσεις κάπου γουγουγου-τελειαταδε-τελειατζιαρ για να δεις τα γκολ;
Μετά προσπάθησα να θυμηθώ παλιές εικόνες από άλλες φάσεις της ζωής μου. Από μέρη και ανθρώπους που έβλεπα καθημερινά για χρόνια. Όχι κάτι συγκλονιστικό που έτσι κι αλλιώς δεν ξεχνιέται. Κάτι απλό. Για παράδειγμα, την εθνική οδό πριν ανοίξει ο κόμβος ΣΕΦ. Από τα 35 χρόνια της ζωής μου, μόνο τα τελευταία έξι «το ποτάμι» έχει τη σημερινή μορφή του, κι όμως στον εγκέφαλό μου μόνο αυτή η εικόνα υπάρχει. Θυμάμαι ότι η εθνική παλιά ήταν στενότερη, και ότι τέλειωνε κάπου στην Πειραιώς, αλλά μόνο αυτό. Και μου είναι πιο εύκολο να το ξεχάσω κι αυτό και να δεχτώ ότι πάντα ήταν όπως σήμερα, παρά το αντίθετο.
Πέρασα και σε πιο προσωπικές στιγμές. Σκάλισα αναμνήσεις θέλοντας να φέρω στο νου μου την Κατερίνα της πρώτης μου φοράς. Αυτής που είναι αξέχαστη όπως λένε. Εντάξει, το πρόσωπό της το θυμάμαι. Υπάρχει και το Facebook άλλωστε. Τίποτα άλλο. Ούτε τη μυρωδιά ούτε τον ήχο της φωνής της ούτε άλλα «ανατομικά χαρακτηριστικά». Κάποια στιγμή, πιωμένοι μάλλον, είχαμε ορκιστεί «για πάντα μαζί». Και μετά χωρίσαμε. Νόμιζα ότι θα πεθάνω. Έκλαιγα μερόνυχτα. Ήμουν σίγουρος ότι δεν υπάρχει ζωή μετά. Κι όμως, όλα πήγαν μια χαρά, και για μένα και για εκείνη από ό,τι μαθαίνω. Μου είχε σταθεί πολύ στο μεγάλο πρόβλημα της υγείας μου και μάλλον ποτέ δεν την ευχαρίστησα γι’ αυτό όσο της άξιζε.
Το ταξίδι ήταν μεγάλο και ο ρυθμός του αρκετά αργός και φιλόξενος για τέτοιες σκέψεις. Φτάνοντας κάποτε στην Πόλη, η πραγματικότητα έμοιαζε με μια καλοστημένη φάρσα. Το GPS με τον χάρτη της Ευρώπης που είχα σε όλο το ταξίδι κολλημένο στο παρμπρίζ δεν περιλαμβάνει την ευρωπαϊκή Τουρκία. Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Σαν κάποιος να διάβαζε τις σκέψεις μου σε όλο το δρόμο και είπε να μου θυμίσει πώς ήταν η οδήγηση χωρίς τη σιγουριά των συστημάτων πλοήγησης. Στην αρχή αγχώθηκα, το δαιδάλωδες οδικό δίκτυο της Κωνσταντινούπολης μου φαινόταν λαβύρινθος. Μετά θυμήθηκα πως το έχω ξανακάνει, το 2005. Χωρίς GPS ούτε καν έντυπο χάρτη. Το έκανε κι ο πατέρας μου, κι ο πεθερός μου που δεν μιλάνε λέξη αγγλικά και δούλευαν λεωφορεία και φορτηγά τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Ταξίδευαν σε όλη την Ευρώπη και στην Τουρκία, και πάντα έβρισκαν το δρόμο τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Το έχουν αυτό οι άνθρωποι. Ξεχνούν. Ή, κατά μια άλλη ερμηνεία, προσαρμόζονται. Στα εύκολα εφησυχάζουν και στα δύσκολα ανακαλύπτουν ικανότητες και αντοχές που δεν φαντάζονταν ότι υπήρχαν. Γίνεται συχνά αυτή η κουβέντα τον τελευταίο καιρό. Πρέπει να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Στις απαιτήσεις των δύσκολων καιρών. Στην κρίση. Θα συνηθίσουμε να ζούμε με λιγότερα χρήματα, με λιγότερα δικαιώματα και περισσότερες υποχρεώσεις,  με λιγότερες απαιτήσεις από την ίδια μας τη ζωή. Όπως συνηθίσαμε να ζούμε με ψέματα, αναξιοκρατία και διαφθορά. Σε αυτό ακριβώς ποντάρουν και οι εξουσίες που μας κυβερνούν, εγχώριες και μη. Και δυστυχώς, μάλλον θα τα καταφέρουμε δικαιώνοντάς τους για άλλη μια φορά.