Εξιλέωση

Εξιλέωση

Το καλοκαίρι κατρακυλά από τον ουρανό με κύματα φωτός ζεστά, γεμάτα ιδρώτα. Μας αγκαλιάζει από τους ώμους, μας τραγουδάει τρελαμένο με τα τζιτζίκια του, μας ψιθυρίζει ερωτόλογα με τα τριζόνια το βράδυ.

Είναι αδυσώπητο όμως το καλοκαίρι. Απαιτητικό με τις ψυχές μας. Το φως φταίει. Αυτό το φως που ζεματίζει την πέτρα, που αναδεικνύει τα χρώματα. Οι σκιές τρέχουν λαχανιασμένες να κρυφτούν κι εμείς ψάχνουμε να βρούμε πιο είναι το αντηλιακό που θα προστατέψει τις σκέψεις μας από το έγκαυμα. Οι άλλες εποχές είναι πιο μαλακές, πιο δεκτικές στην υποχώρηση. Το καλοκαίρι όμως απαιτεί ν’ ανοίξεις τα χαρτιά σου, δεν μπορείς να μπλοφάρεις.

«Γιατί είσαι πάντα τόσο δυσοίωνος το καλοκαίρι;», με ρώτησε η γυναίκα μου μόλις διάβασε το προηγούμενο άρθρο μου. Δίκιο έχει. Αυτή με ξέρει καλύτερα. Πάντα το καλοκαίρι με ξεβόλευε. Ακριβώς εκεί που θα έπρεπε να με τέρπει. Πάντα με ανησυχούσε αυτή η αναγκαστική και άνευ όρων παράδοση στον ήλιο. Δεν μπορείς τίποτα να κρύψεις. Δεν μπορεί τίποτα να σου κρυφτεί. Κολυμπάς σε μια ζεστή θάλασσα από ακτίνες, ξελαμπικάρει ο εγκέφαλός σου, τσούζουν τα μάτια σου, κλαίνε και καθαρίζουν και εμφανίζονται μπροστά σου και άλλες διαστάσεις που σε κάνουν να βλέπεις ξεκάθαρα το μεγαλείο και την ασχήμια. Το φως είναι το τελευταίο καταφύγιο. Η κάθαρση στο αρχαίο δράμα. «Δεν υπάρχει νερό, μόνο φως». Λέει ο ποιητής της Ρωμιοσύνης. Και όλοι εμείς «μασάμε ένα κομμάτι ουρανό πάνω από την πίκρα μας.»

Το καλοκαίρι κατρακυλά από τον ουρανό με πικρό χαμόγελο. Το χαμόγελο του ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο δίχως αυταπάτες. Έναν κόσμο γεμάτο ασχήμια, με σκυφτά πρόσωπα, χαρακωμένα από την αγωνία της επιβίωσης, με αλαζονικά πρόσωπα γεμάτα από ψεύτικη αυτοπεποίθηση που πασχίζουν να πουλήσουν, με πρόσωπα παγερά από την αδιαφορία, με πρόσωπα παραμορφωμένα από την τοξίνη του μίσους. Πού να κρυφτούν όλα αυτά τα πρόσωπα σε μια θάλασσα φωτός; Ποιον να κοροϊδέψουν; Πώς να αντέξουν την τόση ομορφιά που σκάει σαν αφρισμένο κύμα και παρασέρνει τις αυταπάτες και λιώνει τις κραυγές του μίσους; Το καλοκαίρι είναι το μαρμαρένιο αλώνι που κονταροχτυπιέται το μέσα μας: η ροπή προς το ευτελές και η ικανότητα για το μεγαλείο.

Και ναι, αγάπη μου, σου απαντώ τώρα για τα αίτια της δυσοίωνης γραφής μου. Ή μάλλον ανασύρω τον Άγγελο Τερζάκη από τη βιβλιοθήκη μου και τον βάζω να σου μιλήσει:

«Το φως, το αδυσώπητο φως, δεν κάνει τη ζωή ευτράπελη. 
Κάνει ίσως τον κόσµο πιο περιπόθητο και γι’ αυτό τη συνείδηση της εφήµερης ζωής µας πιο πικραµένη.... 
Για τον Έλληνα, τον κοινόν Έλληνα, ο κόσµος αυτός είναι αυτός που βλέπει, όχι άλλος· κι αν υπάρχει κάποιος άλλος, όπου κατεβαίνουν οι νεκροί, αυτός εδώ είναι ο καλύτερος. Σπαράζει η ψυχή στη σκέψη πως θα τον αποχωριστεί, ακριβώς επειδή είναι πολύ φωτεινός, πολύ στέρεος, πολύ πειστικός, πολύ φιλικός για τον άνθρωπο. ∆εν του χρειάζεται άλλος.»

Κατάλαβες; Δεν μας χρειάζεται άλλος κόσμος από αυτή τη γη που πατάμε. Χρειάζεται να μην ευτελίζουμε, να την τιμάμε για τη σχεδόν σπαρακτική ομορφιά της. Χρειάζεται να είμαστε κοινωνοί της, όχι άξεστα τομάρια που κομματιάζουμε την ουσία της ύπαρξης αυτής της γης και τη δίνουμε δωρεάν συσσίτιο σε κάποιους που θέλουν να πιστεύουν ότι προέρχονται από τα σπλάχνα της. Ξέρεις ποιοι πραγματικά προέρχονται από τα σπλάχνα της; Να σου πω εγώ. Ο Μασούντ Άχμεντ, ο Χαμαγιανούν Ανγουάρ, ο Γουακάρ Άχμεντ. Οι Πακιστανοί που έτρεξαν να βγάλουν από τα συντρίμμια του αυτοκινήτου δύο ηλικιωμένους, ενώ το τρένο ερχόταν ολοταχώς καταπάνω τους. Δεν τα κατάφεραν. Ο πρώτος τραυματίστηκε βαριά. Οι άλλοι δύο σκοτώθηκαν προσπαθώντας. Γύρω απ’ αυτούς συστρέφεται το αδυσώπητο ελληνικό φως του καλοκαιριού, τους κρίνει και τους ανυψώνει. Και μας εξιλεώνουν...

Το φως, το αδυσώπητο φως, δεν κάνει τη ζωή ευτράπελη.
Κάνει ίσως τον κόσµο πιο περιπόθητο και γι’ αυτό τη συνείδηση της εφήµερης ζωής µας πιο πικραµένη....

Ακολουθήστε το DRIVE στο Google News και τα Social Media
 

Google NewsFacebookTwitterInstagramYouTube