Από ποιο υλικό είναι φτιαγμένα τα όνειρα; Πόσο στοιχίζουν τα «αν» ή τα «αχ και να είχα...»;
Να σας πω. Τα όνειρα είναι μια υποκειμενική φαντασιακή κατάσταση αντιστρόφως ανάλογη με τις δυνατότητές σου. Όσο πιο άσχημος είσαι, τόσο πιο έντονα φαντασιώνεσαι σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Μπαίνεις στο μπαρ. Είναι όσο γεμάτο δείχνουν πάντα οι διαφημίσεις. Δεν στριμώχνεσαι και δεν χρειάζεται να περιμένεις τέταρτο για πρέφα. Μια ενδιάμεση κατάσταση. Το σημαντικότερο είναι πως υπάρχουν τουλάχιστον άπειρες διαθέσιμες ποζερούδες ντυμένες «αν δεν είναι στη Vogue δεν είναι στη μόδα» που σε κοιτάνε με το θέλω-το-παιδί-σου-τώρα ύφος. Εσύ προχωράς αγέρωχος προς τη μπάρα, με την υπερβατική δύναμη του Μωϋσή (για όσους δεν κατάλαβαν το λεπτό χιούμορ, το πλήθος ανοίγει δρόμο στο πέρασμά σου...). Η Μπαργούμαν, για την οποία ας μην επαναλάβουμε κουραστικά ότι είναι η γκόμενα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, σε κοιτά λάγνα, μπουκάλια σκάνε από πίσω της λόγω της έντασης και εκείνη την ώρα από το ρολόι σου ακούγεται η φωνή του μίστερ Σκοτ ότι είναι ώρα να διακτινιστείς πίσω στο Εντερπράϊζ. Όβερ εντ άουτ.
Σε αυτή την κατάσταση του φαντασιακού, τα πάντα είναι δυνατά. Αυτό μάλιστα που διαπιστώνω είναι πως όσο η κρίση βαθαίνει, τόσο η φυγή προς το όνειρο γίνεται όλο και πιο επιτακτική ανάγκη. Σε αυτό το σημείο του κειμένου, θα πρέπει να αρχίσετε να καταλαβαίνετε πόσο αριστοτεχνικά πάω να συνδεθώ με τη «λογική» του σχεδόν μονοθεματικού DRIVE που διαβάζετε.

Ονειρέψου. Τσάμπα είναι
Πόσες φορές τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα; Παραδόξως, όχι λίγες. Δεν ισχύει βέβαια αυτή η παπαριά επιπέδου σχολικού λευκώματος του Κοέλιο, περί συνομωσίας του σύμπαντος. Πρέπει να το βάλεις κι εσύ το χεράκι σου. Διαφορετικά το Σύμπαν απλώς σε γράφει στους παλιούς του τους Γαλαξίες. Το χεράκι μου το έβαλα 12 χρόνια πριν, όταν έστελνα βιογραφικό στο DRIVE. Το ξαναέβαλα, μαζί με όλη την ομάδα, όταν μας ήρθε η -πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της εποχής- ιδέα να κάνουμε ένα αφιέρωμα στα αυτοκίνητα-θρύλους της Ιταλίας. Οι υπεύθυνοι τότε του περιοδικού έφτυσαν αίμα για να καταφέρουμε να βρεθούμε μια ομιχλώδη μέρα του Μαρτίου στο Μαρανέλο. Κι εγώ εκείνη τη μέρα βρέθηκα πίσω από το τιμόνι μιας Ferrari 456. Το πώς αισθάνθηκα μπορεί μόνο να συγκριθεί με την πρώτη φορά που έκανα σεξ, αν και ομολογώ ότι με την οδήγηση της Ferrari τα πήγα σαφώς καλύτερα. Έχω τώρα μπροστά μου το τεύχος Μαρτίου του 2000 και πρέπει να παραδεχτώ πως το κείμενό μου είναι επιπέδου ρομαντικής νουβέλας, ένα viper Arlequin, ελάχιστα δημοσιογραφικό και καθόλου, μα καθόλου αποστασιοποιημένο.

Ποιος χρειάζεται τα λεφτά;
Οι επόμενες φορές που οδήγησα supercars, και ειδικά ιταλικά, δεν ήταν ποτέ τόσο συγκινησιακά φορτισμένες. Όμως όταν ο Μιχάλης με πήρε τηλέφωνο από την Ιταλία για να ακούσω τις ξερογκαζιές της Italia και τον υστερικό στριγκό ήχο της Superleggera, γύρισα ξαφνικά πίσω στο χρόνο. Μπήκα στα παπούτσια του, που λένε κι οι Άγγλοι. Ένιωσα τη χαρά και τον ενθουσιασμό του. Συμμετείχα σ’ αυτά. Και τότε μου ήρθε η επιφοίτηση: εκείνη τη στιγμή μπήκα στη θέση του αναγνώστη. Του πωρωμένου πιτσιρικά στην ηλικία ή στην ψυχή. Ένιωσα πόσο σημαντικό είναι για τους ανθρώπους που αγαπάνε το αυτοκίνητο, να διαβάζουν και να γίνονται συμμέτοχοι του πάθους και της συγκίνησης που μόνο το αυτοκίνητο απ’ όλα τα βιομηχανικά προϊόντα, μπορεί να σου προσφέρει. Ειδικά αυτά τα αυτοκίνητα. Θα το γράψω για μια ακόμα φορά: η τιμή είναι άσχετη. Ενδεικτική της ιστορίας, της κατάθεσης ψυχής, των αγώνων, της απίστευτης μηχανολογικής μελέτης, τελικά του οράματος. Καθόλου δεν με αφορά ποιοι τελικά τα αγοράζουν. Με ενδιαφέρει πρωτίστως ποιοι τα κατασκευάζουν και ποιοι τα αγαπάνε γι’ αυτό που είναι. Σε αυτούς αφιερώνω τις επόμενες, εκπληκτικές κατά τη γνώμη μου, 63 σελίδες...