Ταξιδεύουμε στη Φινλανδία με Volvo V60 Cross Country

Με καταφύγιο την υπέροχη καμπίνα του V60 Cross Country και αφορμή το ράλι Φινλανδίας, οδηγήσαμε σχεδόν 3.000 km σε άσφαλτο και χώμα, περιπλανώμενοι στα δάση της χώρας με τις χιλιάδες λίμνες. Η ζωή είναι σίγουρα ωραία.

Φέτος η σκόνη του Ράλι Ακρόπολις, ο ήχος των αγωνιστικών, η ατμόσφαιρα του WRC συνολικά, μας έλειψαν περισσότερο από ποτέ. Και όταν αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, το ράλι Σαρδηνίας ήταν πολύ κοντά στο ημερολόγιο ενώ εκείνο της Γερμανίας μέσα στις καλοκαιρινές διακοπές. Οπότε η Φινλανδία, που θα γινόταν στις αρχές Αυγούστου, έμοιαζε ιδανική. Το ότι βρίσκεται σε ένα από τα πιο βόρεια και απομακρυσμένα σημεία της Ευρώπης όχι απλά δεν ήταν πρόβλημα, αλλά θα αποτελούσε και τον πυρήνα για ένα οδοιπορικό σε μέρη που δύσκολα βλέπεις από κοντά.

Το σχέδιο προέβλεπε αναχώρηση την Τρίτη 30 Ιουλίου αεροπορικώς για τη Στοκχόλμη της Σουηδίας, από όπου θα οδηγούσαμε 700 km βορειοανατολικά έως την Umea. Από το λιμάνι της, το επόμενο πρωί θα ξεκινούσε ένα 4ωρο ακτοπλοϊκό ταξίδι για τη Vaasa της Φινλανδίας η οποία απείχε 270 km από τη Juvaskyla, την πόλη όπου ο αγώνας παραδοσιακά έχει τη βάση του. Κάτι λιγότερο από μια εβδομάδα αργότερα, η αντίθετη πορεία θα μας έφερνε πίσω στο αεροδρόμιο της Στοκχόλμης, κλείνοντας έναν κύκλο σχεδόν 2.000 km μόνο για το πήγαινε-έλα.

Μπείτε στο πνεύμα της περιπέτειας με το νέο Volvo V60 Cross Country εδώ

Με αφετηρία τη Σουηδία και ένα τόσο μεγαλόπνοο roadtrip μπροστά μας, θα ήταν ανόητο ακόμα και να σκεφτούμε κάτι άλλο εκτός από Volvo για αυτοκίνητο. Και η Volvo Car Hellas μας εξασφάλισε το ιδανικότερο: Το V60 Cross Country D4 AWD έχει ταλέντο στο άνετο και οικονομικό ταξίδι, καθώς και 6 cm σηκωμένη ανάρτηση για να αντιμετωπίζει ό,τι κι αν προκύψει στο δρόμο.

Βάσει προγράμματος… σχεδόν
Μόλις προσγειωθήκαμε στην Στοκχόλμη, ο Martin είχε ήδη στείλει μήνυμα πως περίμενε στις αφίξεις για να μας παραδώσει το αυτοκίνητο. Λίγα λεπτά αργότερα ο τεράστιος χώρος αποσκευών του V60 είχε καταπιεί δύο όχι ιδιαίτερα μικρές βαλίτσες, δύο backpacks και την τσάντα με τα φωτογραφικά του Θανάση. Αφού ρυθμίσαμε τα καθίσματα και τον κλιματισμό ο καθένας στα μέτρα του, ξεκινήσαμε με μοναδικές εκκρεμότητες να φάμε κάτι ανθρώπινο και να προμηθευτούμε έναν αξιοπρεπή καφέ. Στο εξωτερικό, πολλές φορές δεν είναι εύκολο να ικανοποιήσεις αυτά τα δύο ζητούμενα, τώρα όμως η τύχη ήταν μαζί μας. Οπότε πριν καλά-καλά συμπληρώσουμε μια ώρα στο τιμόνι, ήμασταν χορτάτοι, πίναμε γευστικό καφέ και το smartphone τροφοδοτούσε με καλή μουσική το Bowers & Wilkins ηχοσύστημα που έχει 10κάναλο ενισχυτή 15 ηχεία και ισχύ 1.100 W. Μετατρέπει δηλαδή την καμπίνα σε Μέγαρο Μουσικής, συμπληρώνοντας τέλεια τη διακριτική πολυτέλεια του V60.

v60

Έχοντας απομακρυνθεί από τη Στοκχόλμη, το ρολόι έδειχνε απόγευμα μα ο ήλιος έλεγε πως ήταν ακόμα μεσημέρι. Το σύστημα πλοήγησης έδειχνε κάτι περισσότερο από 5,5 ώρες μέχρι τον προορισμό μας, χωρίς προφανώς να υπολογίζει τις στάσεις για φωτογράφιση. Ακολουθούσαμε την κεντρική οδική αρτηρία με την ονομασία Ε4 η οποία δεν είναι καθόλου εντυπωσιακή σε προδιαγραφές. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαθέτει μόνο τρεις λωρίδες που εναλλάσσονται σε 2+1 για κάθε ρεύμα, και αντί για στηθαίο έχει σκαμμένα τετραγωνάκια στην άσφαλτο που ταρακουνάνε δυνατά το αυτοκίνητο κάθε φορά που πατάς τη γραμμή. Είναι όμως κλειστός με συρματόπλεγμα σε όλο το μήκος του, με εξαίρεση τις διασταυρώσεις και τα σηματοδοτημένα σημεία όπου προβλέπεται να περνάνε οι τάρανδοι από τη μια πλευρά στην άλλη.

Το βασικό που σε εντυπωσιάζει ωστόσο, είναι πως όλοι κινούνται με απόλυτη ηρεμία. Δεν βλέπεις σχεδόν κανένα να βιάζεται ή να παραβιάζει τα όρια που συνήθως εκφράζονται με ταμπέλες 80 ή 110 km/h. Υπάρχουν ελάχιστες με όριο 120, οι οποίες μοιάζουν με όαση. Ή με παγίδα…

Σε αυτή την πραγματικότητα, αλλάζει διαμετρικά η αντίληψή σου απέναντι στα συστήματα υποβοήθησης της οδήγησης, οπότε σύντομα αναθέτεις σχεδόν τα πάντα στο Pilot Assist και γλιτώνεις από την κούραση και τις κλήσεις. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αυξομειώνεις την ταχύτητα με τον δείκτη του αριστερού χεριού και να είσαι σε ετοιμότητα για να προσπεράσεις κάποιο φορτηγό. Ευτυχώς, τα 400 Nm του D4 με τα δύο τούρμπο φουσκώνουν αμέσως μόλις πατάς βαθιά το γκάζι, το 8άρι αυτόματο κιβώτιο κατεβάζει αποφασιστικά και η επιτάχυνση έρχεται χωρίς καθυστέρηση.

Stress test
Ο δρόμος περνούσε από ένα συνεχές δάσος με πανύψηλες σημύδες και αραιά χωριά, που σημαίνει ότι το τοπίο ήταν πανέμορφο αλλά κάπως μονότονο για το καλλιτεχνικό μάτι του Κουτσογιάννη. Οπότε ροκανίζαμε τον Ε4 χωρίς πολλές στάσεις, απολαμβάνοντας την κορυφαία πιστότητα του ηχοσυστήματος σε μια τέλεια ηχομονωμένη καμπίνα. Τη μουσική σταμάτησε απότομα μια ειδοποίηση στο -συνδεδεμένο στο αυτοκίνητο- κινητό του Θανάση και μια βρισιά αμέσως μετά.

Ήταν ένα e-mail από το ξενοδοχείο όπου θα μέναμε -σε λιγότερο από 24 ώρες- στη Φινλανδία, το οποίο ενημέρωνε πως για κάποιο λόγο η κράτησή μας δεν ίσχυε… Παρότι η υπεύθυνη μας διαβεβαίωνε πως λυπόταν πολύ, δεν ασχολήθηκε άλλο με το ζήτημα παρότι το ζητήσαμε. Προφανώς, λόγω του ράλι τα ελεύθερα δωμάτια στην ευρύτερη περιοχή ήταν ελάχιστα, οπότε από καθαρή τύχη βρήκαμε ένα από τα τελευταία. Το ότι η χρέωση γι’ αυτό ήταν κάτι λιγότερο από €200/βράδυ (με πρωινό), το αφήνουμε ασχολίαστο επειδή τόσο είχε και το προηγούμενο.

Μπείτε στο πνεύμα της περιπέτειας με το νέο Volvo V60 Cross Country εδώ

Μετά από όλο αυτό, απείχαμε μόνο κάτι παραπάνω από 100 km από την Umea. Ο υπολογιστής ταξιδιού έδειχνε 6,4 lt/100 km και το ρεζερβουάρ ένα τρίτο, οπότε θα μπορούσαμε άνετα να φτάσουμε χωρίς ανεφοδιασμό. Προτιμήσαμε όμως να το κάνουμε με την πρώτη ευκαιρία προκειμένου να μην το έχουμε το πρωί πηγαίνοντας στο λιμάνι. Εγκυκλοπαιδικά, η τιμή του ντίζελ στη Σουηδία είναι περίπου 1,5 €/lt.

Αφού γεμίσαμε και τα δικά μας ρεζερβουάρ, φτάσαμε στο ξενοδοχείο με το ρολόι να δείχνει περίπου 23.00 και τον ορίζοντα ακόμα ελαφρά φωτισμένο. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πόσο βόρεια βρισκόμασταν. Η δεύτερη ήταν όταν κοίταξα έξω από τις κατάμαυρες κουρτίνες και ενώ το ρολόι έδειχνε 03.50, είχε χαράξει. Ωστόσο το κανονικό ξύπνημα ήρθε με το ξυπνητήρι στις 05.45, αφού στις 07.00 το πολύ έπρεπε να είμαστε στο λιμάνι. Δεν αργήσαμε καθόλου, όμως μόλις ήρθε η σειρά μας στο check-in, δεχτήκαμε το δεύτερο χτύπημα: «Δεν μπορώ να δω την κράτησή σας, ίσως να μην ισχύει. Μην ανησυχείτε όμως, υπάρχουν θέσεις ακόμα και μπορείτε να βγάλετε άλλα εισιτήρια…». Χρειάστηκε να διαπραγματευτούμε αρκετά με την υπάλληλο μέχρι να αποφασίσει να μας αναζητήσει με διαφορετικό τρόπο και να βρει τα ονόματά μας. Μας έδωσε τα εισιτήρια και ευχήθηκε καλό ταξίδι σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

v60

Ας είναι. Μπήκαμε σε ένα πλοίο που έχει πολλά να ζηλέψει από τα ελληνικά, μα με διαδικασία φόρτωσης που έχει να διδάξει αντίστοιχα πολλά στην ελληνική: Τα αυτοκίνητα παρατάσσονται σε παράλληλες ουρές έξω από το καράβι και φορτώνονται διατηρώντας αυτό το σχηματισμό, σταθμεύοντας τελικά σε ένα σχηματισμό πετάλου που κυκλώνει το γκαράζ. Έτσι, αφενός κανείς δεν χρειάζεται να κάνει μανούβρα, αφετέρου υπάρχει αρκετή απόσταση μεταξύ των αυτοκινήτων ώστε να ανοίγουν άνετα οι πόρτες.

Περίπου τέσσερις ώρες μετά και χωρίς κανείς να στέκεται ανυπόμονος στις σκάλες ή να βάζει μπροστά τον κινητήρα άσκοπα, το πλοίο έδεσε στην Vaasa και οι 20άρηδες τροχοί του V60 πάτησαν για πρώτη φορά στη χώρα των χιλιάδων λιμών, η οποία είναι εκτός του Σκανδιναβικού τόξου, στην ίδια ζώνη ώρας με την Ελλάδα.

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν 14.30 και το GPS προέβλεπε άφιξη στη Juvaskyla σε τρεις ώρες, οπότε έμοιαζε απίθανο να προλάβουμε την τεχνική ενημέρωση που ξεκινούσε στις 17.00. Τα πρώτα 90 km έγιναν σε εθνική με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση, στηθαίο και όριο 120 km/h, ενώ τα υπόλοιπα στο δρόμο 18 με συχνές ταμπέλες που οριοθετούσαν την ταχύτητα από τα 60 έως τα 100 km/h. Ουσιαστικά, είναι μια επαρχιακή οδός όπου τα πάντα εκτός από τα δέντρα είναι πολύ αραιά: από τα αυτοκίνητα και τα χωριά μέχρι και τις μονάδες υλοτομίας που αποτελούν σημαντική δραστηριότητα για την περιοχή. Δεν μας έκανε λοιπόν καμία έκπληξη που φτάσαμε στη Juvaskyla ενώ η ενημέρωση είχε ξεκινήσει. Ευτυχώς, μόλις τελείωσε καταφέραμε να πάρουμε τις δημοσιογραφικές διαπιστεύσεις και τα διακριτικά γιλέκα για την πρόσβαση μέσα στις ειδικές. Οπότε το μόνο που έμενε ήταν να βρούμε το ξενοδοχείο που απείχε περίπου μισή ώρα από την πόλη. Ακουμπούσε στη λίμνη Peurunka, μια από τις περίπου 168.000 της Φινλανδίας. Σύμφωνα με τη Wikipedia, είναι απόρροια της εποχής των παγετώνων και συνδυάζονται με αμέτρητα νησιά (179.000) αλλά κανένα μεγάλο βουνό. Η ψηλότερη κορυφή αγγίζει τα 1.316 m μόλις και βρίσκεται στη Λαπωνία, πολύ μακριά από εδώ.

Απολαύσαμε το λούσιμο με μια χοντρόκοκκη, λευκή σκόνη και τον ήχο των WRC, και ανανεώσαμε το ραντεβού μας με το θέαμα για την πρώτη κανονική ειδική του αγώνα, το ίδιο απόγευμα.

Επιτέλους σκόνη
Βγαίνοντας από το ξενοδοχείο το πρωί της 1ης Αυγούστου κι ενώ η Ελλάδα ψηνόταν από τον καύσωνα, το θερμόμετρο έδειχνε 7 oC και ο ψυχρός αέρας διαπερνούσε το κορμί σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Αναζητώντας σχεδόν τρέχοντας τη θαλπωρή της καμπίνας του V60, εκτίμησα όσο ποτέ τη θέρμανση στο τιμόνι και τα καθίσματα.

Είχαμε συμφωνήσει να παρακολουθούμε δύο ειδικές την ημέρα προκειμένου να μετακινούμαστε με άνεση και να έχουμε αρκετό χρόνο φωτογράφισης. Οπότε το πρόγραμμά μας ξεκινούσε από το Shakedown στη Vesala, περίπου 50 km βορειοδυτικά από τη θέση μας. Από αυτά τα τελευταία πέντε ήταν από σκληρό χώμα το οποίο η ανάρτηση του V60 αντιμετώπιζε σαν άσφαλτο. Με εξαίρεση το λευκό σύννεφο που σηκωνόταν από πίσω, δεν υπήρχε κάποια δραματική διαφορά στην αίσθηση ή την ταχύτητα συγκριτικά με την άσφαλτο. Παρότι δεν φάνηκε στο δρόμο, η προσέλευση των θεατών ήταν μεγάλη, ωστόσο η οργάνωση ήταν άψογη και η ταλαιπωρία μηδενική. Να σημειώσουμε πως εκεί ήταν το μοναδικό σημείο που είδαμε ατίθασους θεατές, καθώς και ότι το πάρκινγκ χρεωνόταν 5 ευρώ ενώ η είσοδος στην ειδική άλλα 20.

Απολαύσαμε το λούσιμο με μια χοντρόκοκκη, λευκή σκόνη και τον ήχο των WRC, και ανανεώσαμε το ραντεβού μας με το θέαμα για την πρώτη κανονική ειδική του αγώνα, το ίδιο απόγευμα. Η Harju των 2,31 km γινόταν μέσα στη Juvaskyla και περισσότερο από όλα ήταν μια γιορτή για την πόλη. Το πρώτο αυτοκίνητο έπαιρνε εκκίνηση στις 19.00, οπότε στο ενδιάμεσο είχαμε άφθονο χρόνο για να περιπλανηθούμε σε υπέροχα τοπία που θα έδιναν υλικό στη μηχανή του Θανάση. Μετά από σχεδόν 150 km εξερεύνησης σε σχεδόν ολοκληρωτικά έρημους δρόμους, ξεκινήσαμε για τη Juvaskyla προκειμένου να είμαστε εκεί έγκαιρα. Εκμεταλλευτήκαμε τα δημοσιογραφικά πάσα και κλειδώσαμε το Volvo σε φυλασσόμενο σημείο, φορτωθήκαμε με τα πράγματα και ξεκινήσαμε το περπάτημα προς την εκκίνηση μιας πολύ στενής ειδικής που ουσιαστικά κύκλωνε τον λόφο της πόλης.

v60

Μετά από αυτό το ζέσταμα, όλα ήταν έτοιμα για την πρώτη πλήρη ημέρα του αγώνα που είχε στο πρόγραμμα 10 ειδικές. Αποφασίσαμε να δούμε τις Moksi και Assamaki, στις οποίες χωρίς πολύ περπάτημα απολαύσαμε από μεγάλες ευθείες και συγκλονιστικά φρεναρίσματα μέχρι χορταστικά άλματα επάνω σε στροφές. Για να φτάσουμε, οδηγήσαμε 70 km από το ξενοδοχείο μέχρι την πρώτη και από εκεί άλλα 32 έως τη δεύτερη, τα περισσότερα εκ των οποίων σε χωματόδρομους ακριβώς ίδιους με των ειδικών. Το εντυπωσιακό είναι πως πρόκειται για δρόμους που πολλοί Φινλανδοί χρησιμοποιούν καθημερινά ως βασικούς, από και προς το σπίτι τους. Το οποίο σπίτι τις περισσότερες φορές βρίσκεται στο τελείωμα ενός στενού αδιέξοδου στην όχθη μιας λίμνης, αποκομμένο από οτιδήποτε άλλο. Η έννοια του γείτονα είναι τόσο σχετική στη Φινλανδία, που προβληματίστηκα για το πόσο ευχάριστο μπορεί να είναι αυτό τη βαρυχειμωνιά όπου δεν ξημερώνει σχεδόν ποτέ.

Όπως και πολύς ακόμα κόσμος, για το βράδυ είχαμε σχεδιάσει να κατασκηνώσουμε στο δάσος δίπλα στην ειδική Leustu ώστε να γλιτώσουμε το πολύ πρωινό ξύπνημα. Ωστόσο στο ενδιάμεσο υπήρχε χρόνος για μια παράκαμψη από τη Juvaskyla προκειμένου να δούμε και ξανά την Harju με την οποία έκλεινε η αγωνιστική ημέρα.

Καθότι είχε φως μέχρι σχεδόν τα μεσάνυχτα, στήσαμε τη σκηνή μας πλάι στα τρομακτικά μαύρα νερά μιας λίμνης που δεν έμοιαζαν ιδιαίτερα φιλικά. Καλού κακού, παρκάραμε το ντυμένο με ένα χορταστικό στρώμα σκόνης V60 σε κοντινή απόσταση, και αφού νύχτωσε για τα καλά κοιμηθήκαμε.

Στο ρυθμό του ράλι
Το φως μας ξύπνησε από νωρίς, οπότε φάγαμε πρωινό χωρίς βιασύνη και φτάσαμε νωρίς στο πάρκινγκ της ειδικής. Καθότι δεν ήταν εργάσιμη ημέρα, ο κόσμος ήταν πραγματικά πολύς και η ατμόσφαιρα εορταστική. Ωστόσο η άριστη οργάνωση κράτησε και πάλι την ταλαιπωρία μακριά, ενώ η ειδική αποδείχτηκε τόσο εντυπωσιακή που αποφασίσαμε να τη δούμε ξανά το απόγευμα. Στο ενδιάμεσο αποφασίσαμε να κινηθούμε νότια με φουλ διάθεση για εξερεύνηση, προκειμένου να ολοκληρώσουμε τη φωτογράφιση του V60. Πριν ξεκινήσουμε ωστόσο, ήρθαμε αντιμέτωποι με την εξής αντίθεση: Συμπληρώσαμε καύσιμο με περίπου 1,4 ευρώ/λίτρο, σχεδόν όσο και στην Ελλάδα, ενώ πληρώσαμε 20 ευρώ για ένα εξωτερικό πλύσιμο σε αυτόματο μηχάνημα, σχεδόν τέσσερις φορές όσο στην Ελλάδα. Σα να μην έφτανε αυτό, λίγο μετά διασταυρωθήκαμε με μια μπόρα που λέρωσε ξανά το αυτοκίνητο, μα τουλάχιστον ετοίμασε τον καμβά για μερικά πολύ ατμοσφαιρικά κλικ. Τουλάχιστον έτσι το έβλεπα εγώ, προστατευμένος στο κουκούλι του V60. Ο Θανάσης που ήταν έξω στη βροχή φάνηκε να έχει άλλη άποψη.

Έχοντας φορτώσει με μερικές εκατοντάδες GB τις κάρτες μνήμης του φωτογραφικού εξοπλισμού και με 150 km τον χιλιομετρητή στον ψηφιακό πίνακα οργάνων του Volvo, νιώσαμε για πρώτη φορά ανακουφισμένοι από την πορεία της φωτογραφικής αποστολής μας και αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στην Leustu για το δεύτερο πέρασμα του αγώνα. Το οποίο ήταν εξίσου εντυπωσιακό με το πρώτο και αντικειμενικά αρκετό για να σε κάνει να παραμιλάς με την ασύλληπτη ταχύτητα των αγωνιστικών. Χορτασμένοι από θέαμα, ξεκινήσαμε για τη Juvaskyla για να προλάβουμε το service που θα έκλεινε την ημέρα πριν καταλήξουμε για την τελευταία βραδιά στο ξενοδοχείο. Η πραγματικότητα είχε άλλα σχέδια όμως και τα εξέφρασε με μια ουρά χιλιομέτρων που σχεδόν τίναξε στον αέρα το πλάνο μας. Αναζητώντας λύση σε Google Maps και το χάρτη της κατακόρυφης οθόνης του infotainment, τελικά ανακαλύψαμε μια χωμάτινη κοπάνα στην οποία εκτιμήσαμε το πόσο πολύ απέχει η κοιλιά του V60 Cross Country από το έδαφος και κερδίσαμε αρκετό από το χαμένο έδαφος ώστε να πετύχουμε το στόχο μας.

v60

Φτάνοντας στον τερματισμό
Την Κυριακή, οι ειδικές ήταν κοντά στη βάση μας, οπότε δεν χρειαζόταν να ξυπνήσουμε χάραμα. Είχαμε αποφασίσει να δούμε το πρώτο πέρασμα από την Ruuhimaki και το δεύτερο από την Laukaa, την προτελευταία ειδική του αγώνα. Παρότι οι ειδικές και οι δρόμοι είχαν πολύ κόσμο, έντονο μποτιλιάρισμα δεν συναντήσαμε πουθενά. Οπότε αναχωρήσαμε βιαστικά αλλά χωρίς άγχος για τη Vaasa, έχοντας μπροστά μας ένα γεμάτο οχτάωρο για να καλύψουμε σχεδόν 300 km μέχρι τις 20.00 που απέπλεε το πλοίο για την Umea.

Σταματήσαμε μόνο δύο φορές αναζητώντας καφέ χωρίς καμία επιτυχία, οπότε φτάσαμε αρκετά νωρίς για να φωτογραφίσουμε μέσα στην πόλη, να φουλάρουμε το V60 και να φάμε κάτι.

Αυτή τη φορά στο check-in η κράτησή μας βρέθηκε αμέσως, οπότε επιβιβαστήκαμε χωρίς απρόοπτα. Με την αλλαγή της ώρας ήταν λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ όταν φτάσαμε στην Umea και η υγρασία ήταν τόση πολλή που σχημάτιζε ομίχλη σχεδόν σε όλη τη διαδρομή μέχρι το ξενοδοχείο. Κοιμηθήκαμε για πρώτη φορά μετά από ημέρες χωρίς πιεστικό πρόγραμμα να μας περιμένει το επόμενο πρωί, αφού το αεροπλάνο για την Αθήνα έφευγε νωρίς το απόγευμα. Και το μόνο που απέμενε ήταν 650 km με σχεδόν διαδικαστικό χαρακτήρα.

Φτάσαμε ατσαλάκωτοι, βρήκαμε τον Martin στο προκαθορισμένο σημείο και αφού βεβαιώθηκε πως όλα είχαν πάει κατ’ ευχήν, μας αποχαιρέτισε. Έριξα μια τελευταία ματιά στο φιλόξενο καταφύγιό μας για τα σχεδόν 2.800 km της αποστολής μας, το οποίο είχε κερδίσει δικαιωματικά τη θέση του σε μια εμπειρία που θα θυμόμαστε για πάντα.

Ανακαλύψτε περισσότερα για το νέο Volvo V60 Cross Country εδώ
 

Φωτογραφίες: Θανάσης Κουτσογιάννης