node/30432

Δοκιμάζουμε το Renault 4CV 1947-1961 [video]

Οδηγούμε στη Νορμανδία ένα από τα τελευταία μοντέλα του γαλλικού «voiture du peuple», του Renault 4CV.

Σύντροφος στις πρώτες διακοπές των Γάλλων, μανιτζέβελο και ακριβές στην πόλη, σταρ των 24 Ωρών του Le Mans… Αυτό το Renault ήξερε να τα κάνει όλα! Φθηνό, ελάχιστα απαιτητικό, ήταν και το πρώτο  γαλλικό αυτοκίνητο που ξεπέρασε το 1.000.000 μονάδες.

Μεγάλη ατραξιόν και νεωτερισμός στο Mondial de lAutomobile του 1946 στο Παρίσι, το 4CV ήθελε για τον εαυτό του να επιβληθεί ως ένα αντικείμενο επιθυμίας, προσιτό σε πολλούς Γάλλους, ύστερα από τα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής.

Μέσα στα μπεζ «ρούχα του», τη μόνη διαθέσιμη απόχρωση με το λανσάρισμα, πλεόνασμα βαφής από τα γερμανικά Africa Korp, μπορεί να μην φαινόταν σαγηνευτικό. Ωστόσο, υφίστατο και αυτό ήταν το ουσιώδες. Καθαρά μυστικό προϊόν, το πρότζεκτ γεννήθηκε το 1942 κάτω από τη μύτη της τοποτηρήτριας Daimler και των ναζί επικεφαλής που είχαν υποχρεώσει τη Renault να κατασκευάζει αποκλειστικά στρατιωτικά οχήματα. Παρόλα αυτά το 4CV ενσωμάτωνε τόση και τέτοια ελπίδα ανανέωσης που την κράτησε άσβεστη μέχρι και το λανσάρισμά του το 1946.



Από τον Σκαραβαίο της VW που είχε ενθουσιάσει τον Louis Renault στο Σαλόνι του Βερολίνου το 1939, το 4CV πήρε την ιδέα για την τοποθέτηση του μοτέρ πίσω. Μια επιλογή που επέτρεπε καλό χώρο στην καμπίνα για το περιορισμένο μήκος του και μια καροσερί όλο στρογγυλάδες, αεροδυναμική για να περιορίζει την κατανάλωση –λιγότερο από 6 lt/100 km. Ιστορικό θα λέγαμε και το μικρό 4κύλινδρο μοτέρ που έφτανε τα 760 cc. H εποχή του «voiture à vivre» έμπαινε για τα καλά στην ενηλικίωσή της, ύστερα από την πρώτη εκλαΐκευση του αυτοκινήτου για τη Renault με το Juvaquatre του 1936. Εδώ να σημειώσουμε ότι ο κινητήρας θα κατέβαινε στα 747 cc το 1951 για λόγους ομολογκασιόν στους αγώνες, στην κλάση των 750 cc. Το μικρό μοτέρ επέτρεπε μιας σαφώς ταπεινή τελική ταχύτητα αλλά, με τη βοήθεια του μικρού βάρους (560-600 kg) το 4CV αποδεικνυόταν σπιρτόζικο μέσα στην πόλη.

Η βασιλεία των λαϊκών αυτοκινήτων
Τρία πρόσωπα ήταν οι άνθρωποι-κλειδιά στη μυστική εξέλιξη του 4CV: Fernand Picard, Edmond Serre και Robert Barthaud. Το πρότζεκτ ολοκληρώθηκε το 1945 και το 1946 έγινε το πέρασμα από τα δίπορτα πρωτότυπα στις τέσσερις πόρτες, με στόχο τον πιο οικογενειακό προσανατολισμό του.

 



Σε συνέχεια της δίνης της Απελευθέρωσης και της κρατικοποίησης της Renaut, ήταν ο Pierre Lefaucheux, ο πρώτος πρόεδρος της Régie, που έδωσε το πράσινο φως για την κατασκευή του 4CV. O στόχος των 300 αυτοκινήτων ημερησίως και του εμπορικού λανσαρίσματος την 1η Ιουλίου του 1947 ακουγόταν τρελός σε εκείνη την περίοδο των τραγικών ελλείψεων… Αλλά θα τηρείτο σχεδόν σύμφωνα με τις προθεσμίες (το πρώτο αυτοκίνητο βγήκε από τη γραμμή παραγωγής στις 12 Αυγούστου), χάρη στην απόκτηση αμερικανικών αυτοματοποιημένων μηχανών συναρμολόγησης και τη δρομολόγηση της παραγωγής αλά Ford Model T.



Μικροσκοπικό αλλά και συμπαθητικό, το 4CV θα γνώριζε τεράστια επιτυχία. Το κοινό του διψούσε για ιδιωτική μετακίνηση, αν και για μεγάλη μερίδα του γαλλικού πληθυσμού η απόκτηση ακόμη και ενός τέτοιου φθηνού αυτοκινήτου φάνταζε άπιαστο όνειρο. Προοδευτικά όμως, χάρη στην οικονομική ανάκαμψη, θα επιτελούσε πλήρως το ρόλο του λαϊκού αυτοκινήτου και θα γινόταν μια αναπόφευκτη φιγούρα των γαλλικών δρόμων της δεκαετίας ’50.



Το 4CV αποτελεί το σημαντικότερο μεταπολεμικό αυτοκίνητο της Renault. Εκείνο που ανέλαβε να εκδημοκρατίσει για τα καλά την ιδιωτική μετακίνηση στη Γαλλία. Η αρχή μπορεί να έγινε με το Juvaquatre, το πρώτο αυτοκίνητο με αυτοφερόμενο πλαίσιο και μικρό μοτέρ, αλλά ήταν το 4CV που δικαιούται να φέρει τον τίτλο του «voiture du peuple» -του αυτοκινήτου του λαού. Και αυτό ακριβώς ήταν ένα από τα αυτοκίνητα που είχαμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε σε μια αποκλειστική αποστολή στη Νορμανδία, καλεσμένοι της TEOREN, της ελληνικής αντιπροσωπείας, και της Renault στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 120 χρόνια του Ρόμβου.

Voiture à vivre
Η πρώτη εντύπωση, με όλα τα πάνελ στρογγυλά, το μοτέρ πίσω και το χώρο στη καμπίνα λένε πως στις φλέβες του 4CV κυλάει κάμποσο αίμα από Σκαραβαίο. Η πόρτα που ανοίγει ανάποδα σε καλωσορίζει σε μια καμπίνα που το επίθετο «λιτή» της πέφτει βαρύ. Παρά το μέγεθός της πάντως, μπορεί να φιλοξενήσει τέσσερις ενηλίκους με αξιοπρεπή άνεση και λαμβάνοντας υπόψη την εποχή.

Φυσικά υπάρχει κόλπο για να μπεις. Αν θελήσεις να βάλεις πρώτα το δεξί πόδι, χρειάζεται να λυγίσεις τόσο τα πόδια και τη μέση που καταλαβαίνεις πως έχεις κάνει λάθος. Καλύτερα είναι να περάσεις πρώτα με το κεφάλι, να πέσεις ολόκληρος στο κάθισμα, να ορθώσεις στη συνέχεια το στήθος και ύστερα να μαζέψεις τα πόδια σου μέσα. Και να κλείσεις την πόρτα, χτυπώντας την αρκετές φορές μέχρι να «σφραγίσει».



Εντελώς στο πνεύμα της εποχής είναι και η ευθέτηση του περιβάλλοντος που χαρακτηρίζεται από σαφείς περιορισμούς: Απλό ταμπλό με κοντέρ, βενζινόμετρο, θερμόμετρο νερού, λυχνία λαδιού και δείκτη για τα φλας, πάνω σε ένα ταμπλό από κουρμπαρισμένο μέταλλο και με συμβολικές γαρνιτούρες.



Κάτω από το πίσω καπό και τοποθετημένο κατά το διάμηκες, στο μικροσκοπικό 4κύλινδρο μοτέρ δεν λείπει ο χαρακτήρας όπως διαπιστώσαμε, παρά τη μικρή χωρητικότητα.

Στη θέση του οδηγού, η θέση των πεντάλ έρχεται σχεδόν στο κέντρο του αυτοκινήτου, οπότε οδηγείς υπό μεγάλη γωνία. Ευτυχώς που δεν είχα συνοδηγό αλλιώς θα τσακωνόμαστε με τα πόδια μας. Από την άλλη το κάθισμα είναι άνετο. Η θέση οδήγησης είναι λίγο κάθετη και η ατμόσφαιρα ζεστή στο εσωτερικό, καθώς τα πάντα είναι σφιχτά, απλά και λειτουργικά, φτιάχνοντάς σου τη διάθεση. Το μοτέρ έρχεται στη ζωή χωρίς κόπο με τη αναμενόμενη κακοφωνία της μικρής χωρητικότητας και κρατά το ραλαντί του μόλις ζεσταθεί. Το R1062 του 1960 που οδηγούμε είχε κλασική μίζα, αν και στα 4CV των πρώτων χρόνων, άνοιγες το διακόπτη και πατούσες το πεντάλ της μίζας, όπως στα προπολεμικά Renault.




Το γκάζι είναι λόγο παραπάνω ευαίσθητο από όσο χρειάζεται και το αμπραγιάζ ελαφρύ. Ο λεβιές του σασμάν δεν έχει καμία ακρίβεια και φαίνεται να μην έχει και «τέρματα». Έτσι κάθε σχέση υποθέτεις ότι την κούμπωσες. Κουμπώνεις λοιπόν την dog leg, ντρεμπραγιάρεις με προσοχή, αγγίζοντας ταυτόχρονα το γκάζι και ξεκινάς. Πριν από αυτό -και ορθώς έπραξα- έψαξα να βρω πού βρίσκεται η 2η. Ε, λοιπόν ήταν πολύ μακριά προς τα δεξιά, αλλά ήμουν ήδη πονηρεμένος από τη Vivastella του ’33 που είχα οδηγήσει προηγουμένως. Παρόλο που η διαμήκης κίνηση του λεβιέ είναι μικρή, πλευρικά δίνει την αίσθηση ότι είναι ατελείωτη. Και καθώς δεν υπάρχει «πύλη» ταχύτητας, ο ισχνός μεταλλικός λεβιές κινείται παντογραφικά και μόνο όταν διαμαρτυρηθούν τα συγχρονιζέ θα καταλάβεις ότι δεν βρήκες τη σωστή θέση.

Τέρμα γκάζι
Με το που κουμπώνεις και την μπορείς να ξεπεράσεις τα 50 km/h. Εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι ότι το 4CV ούτε απογειώνεται εμπρός ούτε υποστρέφει –εκτός κι αν βρει ανωμαλία. Το σύνολο είναι ζωντανό, με σφιχτή αντίδραση, αποκρίνεται στις εντολές σου και γέρνει αλλά χωρίς υπερβολές. Το τιμόνι είναι ακριβές και ελαφρύ, και μέσα στα χωριά και τους δρόμους της περιφέρειας στη Νορμανδία, το 4CV οδηγιόταν σαν παιχνιδάκι, γλυκό στις αντιδράσεις, μανιτζέβελο και απλούστατο. Το μόνο πρόβλημα, μιας και έριχνε μια καλή, αρωτική βροχή, ήταν να ψάχνεις κάθε τόσο κάτω από το ταμπλό, δίπλα στην κολόνα του τιμονιού, να βρεις το διακόπτη με τους αναποτελεσματικούς καθαριστήρες –μιας ταχύτητας φυσικά.



Όσο περνά η ώρα και η αυτοπεποίθησή μου ανεβαίνει, ανεβαίνω κι εγώ με τη σειρά πάνω στο γκάζι. Μπα! Τα 21 άλογα όμως δεν φτάνουν για να υπονομεύσουν την πρόσφυση των ελαστικών παρά το βρεγμένο δρόμο. Παρόλα αυτά το μοτέρ ουρλιάζει κακόφωνα με στυμμένο το γκάζι, η ζωντάνια και οι αντιδράσεις του αυτοκινήτου διακρίνονται από μια εθελούσια συνέχεια, η ανάρτηση χοροπηδάει στις ανωμαλίες και οι κραδασμοί πλημμυρίζουν την καμπίνα. Το 4CV το νιώθεις σαν αγωνιστικό πηγαίνοντας… αργά.

To 4CV δεν πρόκειται για ένα σπάνιο μοντέλο, οπότε ανάλογη είναι και η τιμή του στην αγορά του κλασικού αυτοκινήτου. Η Renault Classic εκτιμά την αξία του συγκεκριμένου δείγματος 4CV R1062 Affaires του 1960 στις 8.000 ευρώ.

Κλείνοντας θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την TEOREN και τον ακάματο συνοδό μας Ιάκωβο Κρομμύδα, τόσο σε ρόλο υπεύθυνου δημοσίων σχέσεων της ελληνικής αντιπροσωπείας όσο και σε ρόλο εθελοντή φωτογράφου και οπερατέρ. Επίσης, τον ευγενέστατο και εξυπηρετικό Dominique-William Jacson, Press Product Manager της Renault Classic, τη γλυκύτατη και άψογη «ενορχηστρώτρια» Nathalie Vianello, υπεύθυνη οργάνωσης των διεθνών εκδηλώσεων ΜΜΕ και τον Frédéric Azema, το σοφέρ μας και καλύτερο οδηγό Renault Talisman στον κόσμο. Τέλος, θερμές ευχαριστίες  στον Jean-Louis Loubet, πανεπιστημιακό καθηγητή και εξιδικευμένο στην ιστορία της Renault για την όμορφη συζήτηση, τις αστείρευτες πληροφορίες και το βιβλίο του «Carnet de Route». 

Το 4CV με μια ματιά
Κινητήρας 4κύλινδρος σε σειρά
Χωρητικότητα 760 και 747 cc
Ισχύς 17έως 19/3.500 rpm και 21 PS/4.000 (μοτέρ Ventoux 662/1L) ή 4.100 rpm (μοτέρVentoux 662/2L)
Τελική ταχύτητα 95 km/h έως 105 km/h
Διαστάσεις 3,63 x 1,43 x 1,47 m
Μεταξόνιο 2,1 m
Παραγωγή 1.105.547 αυτοκίνητα (1946-1961)
Τιμή σήμερα Μέχρι 8.000 ευρώ