Ευρώπη: Η πτώση της αγοράς στα ντίζελ θα σταθεροποιηθεί το 2019

Πώς οι νέοι κανόνες για τις εκπομπές CO2 μπορεί να σώσουν το ντίζελ από την πλήρη κατάρρευση.

Οι πωλήσεις ντίζελ βαίνουν συνεχώς μειούμενες στην ευρωπαϊκή κυρίως αγορά και οι αυτοκινητοβιομηχανίες ανησυχούν για την επόμενη μέρα. Είναι γεγονός ότι υπάρχει μια κρίση, στην άμβλυνση της οποίας θα μπορούσε να συμβάλουν οι αυστηρότεροι στόχοι μείωσης της εκπομπής CO2 από την ΕΕ, οι οποίοι αρχίζουν να ισχύουν το 2020.

Μολονότι  οι πετρελαιοκινητήρες μολύνουν τον αέρα με επιβλαβή οξείδια του αζώτου (NOx), είναι  σαφώς πιο «καθαροί» σε ό,τι έχει να κάνει με το CO2 σε σύγκριση με αντίστοιχους βενζινοκινητήρες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι πετρελαιοκινητήρες αποτελούν βασικό πυλώνα της μεσοπρόθεσμης στρατηγικής των αυτοκινητοβιομηχανιών να μειώσουν τα αποτυπώματα άνθρακα τους.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι η κοινή γνώμη –ειδικά μετά το dieselgate – φαίνεται να έχει στραφέι κατά των κινητήρων ντίζελ, δεν είναι λίγες εκείνες οι ενδείξεις που λένε ότι τα χειρότερα για τη συγκεκριμένη τεχνολογία πέρασαν. Το ντίζελ, επισημαίνουν αναλυτές, είναι ακόμη καλύτερο από τη βενζίνη σε ό,τι αφορά στο διοξείδιο του άνθρακα, ενώ αν επιλέγεις αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού ή διανύεις μεγάλες αποστάσεις στη διάρκεια του χρόνου, είναι και οικονομικά συμφέρον.

Το κλειδί για την ανάκαμψη των πωλήσεων ντίζελ, θα μπορούσε να είναι μια σαφής χρονική προθεσμία για να διασφαλιστεί ότι όλα τα καινούρια αυτοκίνητα που πωλούνται στην Ευρώπη συμμορφώνονται με την Euro 6d-temp νόρμα. Από τον Σεπτέμβριο, κάθε νέο πετρελαιοκίνητο αυτοκίνητο που πωλείται στην Ευρώπη πρέπει να υποβληθεί σε αυστηρή δοκιμή πιστοποίησης που εξασφαλίζει ότι η παραγωγή NOx σε πραγματικές συνθήκες δεν υπερβαίνει τα 168 mg/km από τα 600 mg / km ή περισσότερο, που εξέπεμπαν οι παλαιότεροι των Euro6 προδιαγραφών πετρελαιοκινητήρες.

Η δοκιμή εκπομπής ρύπων σε πραγματικές συνθήκες (Real Driving Emission - RDE) είναι η πρώτη ουσιαστική κανονιστική αλλαγή που έχει σχεδιαστεί ειδικά για να βάλει τέλος στα σενάρια «χειραγώγησης» των εκπομπών ρύπων, έτσι όπως αυτά έγιναν γνωστά με το dieselgate της Volkswagen (και όχι  μόνον). Μέχρι στιγμής, η δοκιμή και η ταξινόμηση RDE ήταν υποχρεωτική μόνο για εντελώς καινούργιους τύπους οχημάτων, δίνοντας σε αυτοκινητοβιομηχανίες δύο χρόνια να προετοιμάσουν τους στόλους τους για ντίζελ.

«Βλέπουμε κάποια σταθεροποίηση έναντι της πτωτικής τάσης στις πωλήσεις ντίζελ στη Γερμανία, ειδικά με τους νέους κινητήρες Euro 6d-temp», δήλωσε ο επικεφαλής πωλήσεων μάρκας BMW Pieter Nota στην Automotive News Europe.

Την ίδια άποψη φαίνεται να έχει και ο πρόεδρος της Mazda Europe, Jeff Guyton, ο οποίος είπε πως «οι παραγγελίες πελατών επιστρέφουν για τα μεγαλύτερα προϊόντα μας που συμμορφώνονται με τα νέα πρότυπα εκπομπών της ΕΕ. Βλέπουμε μια σημαντική αλλαγή από την εποχή που ισχύει η νέα ρύθμιση».

Η αλλαγή αυτή δεν παρατηρήθηκε κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2018, καθώς οι ταξινομήσεις νέων μοντέλων πετρελαίου μειώθηκαν κατά 17% σε 4,32 εκατομμύρια αυτοκίνητα στην Ευρώπη. Η μείωση για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μεγάλη, αφού η κυβέρνηση αύξησε τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα  πετρελαιοειδή τον περασμένο Απρίλιο. Αναλυτές πάντως εκτιμούν  ότι οι πωλήσεις ντίζελ θα μειωθούν κατά 350.000 στη Δυτική Ευρώπη φέτος, μετά από μείωση του 1 εκατομμυρίου μονάδων το 2018.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Kia Europe Emilio Herrera είναι της άποψης πως « στο τέλος,  το μερίδιο της ευρωαπϊκής αγοράς στα ντίζελ θα σταθεροποιηθεί στο 30% περίπου».
Στη Volkswagen ωστόσο, που επλήγη όσο κανείς άλλος, είναι πιο απαισιόδοξοι, εκφράζοντας την άποψη πως βραχυπρόθεσμα, ότι και αν γίνει, δεν πρόκειται να αλλάξουν οι αντιλήψεις απέναντι στο ντίζελ. «Δυστυχώς, υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από το ντίζελ, ανεξάρτητα από το τι είδους τεχνολογία υπάρχει στο αυτοκίνητο ή τι μπορεί να αποδειχθεί πραγματικά», δηλώνει ο επικεφαλής πωλήσεων και μάρκετινγκ της VW, Juergen Stackmann. «Όλο και περισσότερες πόλεις βρίσκονται στο δίλημμα της εισαγωγής απαγόρευσης κίνησης ντίζελ αυτοκινήτων στους δρόμους τους. Δεν βλέπω καμία βελτίωση στην αντιμετώπιση της συγκεκριμένης τεχνολογίας», κατέληξε.