Τα όμορφα αυτοκίνητα, όμορφα καίγονται

Κάποτε καίγαν τα βιβλία. Τώρα καίνε τα μυαλά. Αυτό το μήνυμα το έβλεπα για χρόνια κάθε μέρα σε ένα τοίχο στη παλιά γειτονιά μου. Σε μια φράση, σχολίαζε τις αξίες του εκπαιδευτικού συστήματος. Και παρότι πολύ γενικόλογο και μάλλον ισοπεδοτικό, ως ένα βαθμό με βρίσκει σύμφωνο. Το υπέγραφαν αναρχικοί. Αυτοί που συστήνουν μικρά ή μεγαλύτερα γκρουπούσκουλα και μέσα από διάφορες μορφές διαμαρτυρίας δηλώνουν την αντίθεσή τους με τη δομή και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.
Στο στόχαστρο αυτής της μορφής αντίστασης που δρα σαν αντάρτικο πόλεων είναι συχνά το αυτοκίνητο. Άδικα κατά τη γνώμη μου. Το αυτοκίνητο από μόνο του δεν είναι μέσο επίδειξης του πλούτου, της ματαιοδοξίας, του ανδρισμού ή της κοινωνικής καταξίωσης. Εμείς το έχουμε φορτώσει με όλα αυτά τα συμπλέγματα.
Τι θέλω να πω; Ακόμη και στα δύσκολα χρόνια, η τεχνολογία και η επιστήμη προχωρούν. Γεννούν ιδέες, τις εξελίσσουν. Οι βιομηχανίες παράγουν προϊόντα και υπάρχουν κάποιοι που μπορούν να τα αγοράσουν. Πολλοί από αυτούς με τίμια δουλεμένα λεφτά και όχι απαραίτητα με μαύρα από μίζες, απάτες και φοροδιαφυγή. Δεν πρέπει να στήνονται με τόση ευκολία λαϊκά δικαστήρια. Στο κάτω κάτω, οι ίδιοι άνθρωποι που σήμερα ως φοιτητές του Πολυτεχνείου και των άλλων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ορθώς και δικαίως πρωτοστατούν στην πράξεις αντίδρασης, αύριο θα στελεχώσουν τις βιομηχανίες για να δημιουργήσουν αυτοκίνητα, iPhone ή τηλεοράσεις 3D, εφαρμόζοντας στην πράξη το αντικείνενο των σπουδών τους.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα από όλους ότι στην πραγματικότητα ένα αυτοκίνητο είναι η εφαρμογή μιας πολύ σύνθετης μηχανολογικής μελέτης. Όσο πιο σύνθετη η μελέτη τόσο μεγαλύτερο το κόστος. Ίσως με την πρώτη σκέψη να θεωρούμε ότι το αποτέλεσμα αυτής της μελέτης δεν είναι ουσιαστικά απαραίτητο σε κανέναν. Άρα είναι μια σπατάλη πόρων, που ειδικά σε περιόδους κρίσης προκαλεί το λαϊκό αίσθημα. Από την άλλη, χωρίς αυτού του είδους τις μελέτες, όχι μόνο στο αυτοκίνητο αλλά και σε άλλους τομείς της επιστήμης, θα κρεμόμασταν ακόμη από τα δέντρα.
Δεν ξέρω λοιπόν ποιοι είναι αυτοί οι γνωστοί άγνωστοι που βάζουν τις φωτιές ή τα σπάνε. Δεν ξέρω αν αυτοί που απείλησαν προχθές το Γαβάνα που βρέθηκε στα Εξάρχεια με ένα σπορ αυτοκίνητο ήταν αναρχικοί, αντιεξουσιαστές, η Παπαρήγα αυτοπροσώπως ή οι προβοκάτορες του Καρατζαφέρη. Και δεν με ενδιαφέρει. Εκείνο που μετράει είναι ότι παρατηρώ με θλίψη να εδραιώνεται μια ενοχική αντίληψη για τον κάτοχο ή τον οδηγό ενός ακριβού αυτοκινήτου, μια ψυχολογική τρομοκρατία που συχνά εκδηλώνεται και με χειροπιαστή βία. Η οποία φτάνει να γίνεται αποδεκτή και από τους «νοικοκυραίους» με τις «κορόλες» που παρατηρούν απαθείς. Όσο δεν είναι το δικό τους που καίγεται αλλά του πλούσιου, που τέλος πάντων καλά να πάθει το λαμόγιο. Πού να ήξεραν δηλαδή ότι ο Γαβάνας παίρνει λιγότερα από όσα θέλουν κάθε μήνα σε βενζίνη για μολοτωφ...
Οδηγώντας τα supercars του κεντρικού θέματος για μια εβδομάδα στην Ιταλία δεν ένιωσα ποτέ έτσι. Δεν διέκρινα φθόνο στα βλέματα. Ούτε καν έκπληξη όταν μας έβλεπαν να τρώμε take away πίτσα στο καπό της Balboni ή να βάζουμε δέκα ευρώ αμόλυβδη στην California. Κάποιοι δεν έδιναν σημασία, απόλυτα εξοικειωμένοι με τον ήχο και το θέαμα, τόσο που ούτε καν γύριζαν να κοιτάξουν. Οι περισσότεροι όμως έδειχναν το θαυμασμό τους. Για τη σχεδίαση, για τη δύναμη του κινητήρα, για το μέγεθος των φρένων. Και μια στοργή για τους καρπούς που γεννά ο τόπος τους. Κι ύστερα σου λέει, ούνα ράτσα ούνα φάτσα.