Το φως που καίει

Τώρα, αυτό που γράφω μπορεί να αποτελέσει αφορμή για οικογενειακό καβγά, όμως δεν υπάρχει  ωραιότερο πράγμα από το να οδηγείς μόνος σου σε έναν άδειο δρόμο μια καλοκαιριάτικη νύχτα.
Το πράγμα γίνεται ακόμα καλύτερο αν το αυτοκίνητο που οδηγείς είναι ένα S3. Το είχα πάρει απόφαση από τις προηγούμενες μέρες: Πρώτον θα ξόδευα χρήματα σε βενζίνη για να χαρώ λίγο επιτέλους πίσω από το τιμόνι. Δεύτερον θα ξόρκιζα, 11 χρόνια μετά, τα φαντάσματα. Flash back: Σεπτέμβριος 1999. Το πρώτο S3 είχε μόλις φτάσει στο περιοδικό. Το θυμάμαι σαν τώρα. Κόκκινο, τρίθυρο, τούμπανο! Με τον περιβόητο πενταβάλβιδο 1.8Τ και 210 ίππους. Το πήρα βράδυ κι έφυγα κατευθείαν απ’ το γραφείο, να όπως τώρα. Θα πηγαίναμε στην Ιτέα να διανυκτερεύσουμε για να πιάσουμε αυτό το περίφημο πρωινό φως που μόνο οι φωτογράφοι και οι ερωτευμένοι ( ή μάλλον καλύτερα οι ερωτευμένοι φωτογράφοι) ξέρουν τι ακριβώς σημαίνει. Στο δρόμο πάνω από το Δίστομο πήγαινα τέζα, έπεσα πάνω σε μια σκονισμένη αριστερή πατημένη, το έχασα και κατέληξα με το πλάι  πάνω σ’ ένα τοιχίο με το S3 διπλωμένο στη μέση και την πόρτα του καρφωμένη στο νεφρό μου. Αν ήταν άλλο, μπορεί να μην έβγαινα απ’ το δρόμο (γιατί δεν θα τολμούσα να πάω τόσο γρήγορα σε άγνωστο δρόμο βράδυ), μπορεί όμως και να μη ζούσα για να γράφω αυτές τις γραμμές. Έκτοτε όμως είχα μια φοβία με τα S3. Τα οδηγούσα μόνο αν ήταν ανάγκη και μόνο κατά τη διάρκεια της φωτογράφησης ή μέσα στην πόλη.

Έρωτας στα χρόνια της χολέρας
Τα χρόνια κύλισαν, εγώ έχω χάσει λίγα μαλλιά, έχω πάρει λίγα κιλά και τα S3 έχουν γίνει πολύ καλύτερα. Λογικό. Τα χρόνια όμως έφεραν και μια άνευ προηγουμένου κρίση. Μια κρίση που έχει πλήξει σε μεγάλο βαθμό τις τσέπες, σχεδόν ανεπανόρθωτα τη λογική μας και άλλο τόσο την ψυχή μας. Ξαφνικά αυτοκίνητα όπως το S3 ή τέτοιου τύπου τέλοσπαντων έχουν γίνει παράλογα ακριβά. Δεν είναι αυτό όμως το χειρότερο. Το μεγάλο πρόβλημα που εντοπίζω εγώ τουλάχιστον στον εαυτό μου είναι μια διολίσθηση προς τη χαύνωση και το φόβο. Ξαφνικά η χαρά της οδήγησης που μπορεί να σου δώσει το S3 ή ένα Evo ή μια «μεγάλη» BMW γίνεται απαγορευτική και εκ των έσω. Διστάζεις, βαριέσαι, προτιμάς τον καναπέ και τον ανηλεή βομβαρδισμό με κακές ειδήσεις. Θα σκεφτούν κάποιοι, ρε μεγάλε δε μας χέζεις, εδώ έχουμε σοβαρά προβλήματα και επιπλέον εσύ μπορείς να κάνεις μια βόλτα με S3, εμείς όχι. Δεν είναι το αυτοκίνητο, απαντώ. Είναι η διάθεση, είναι το πολύτιμο αίσθημα ελευθερίας και απεξάρτησης που μπορεί να σου δώσει ένα τέτοιο ταξίδι. Για μένα «έτυχε» να είναι το συγκεκριμένο επειδή ήθελα με ένα ταξίδι να απαλλαγώ από παλιές και νέες φοβίες. Για να ονειρευτώ ότι κάποια στιγμή θα ξανασταθώ στα πόδια μου και θα αποκτήσω κάτι ανάλογο.

Τα κλισέ σώζουν
Και όντως, χιλιόμετρο το χιλιόμετρο σ’ αυτό το μοναχικό ταξίδι προς το Καρπενήσι, η διάθεση άλλαζε. Στον αυτοκινητόδρομο αρχικά με ταχύτητα που ποτέ δεν ξεπέρασε τα 140-150 km/h και στην εξαπλή σιντιέρα τραγούδια που αγάπησα, ξαναθυμήθηκα ή ξέρω πως στο μέλλον θα τα ακούω και θα θυμάμαι εκείνη τη στιγμή. Και μετά από τον Αη Γιώργη με το παράθυρο ανοιχτό να με φυσάει ένας κρύος αέρας που καθαρίζει κυριολεκτικά τις σκέψεις. Να ακούω το ξεφύσημα της τουρμπίνας, να κολλάω στο προσκέφαλο σε κάθε βίαιη επιτάχυνση και με το πράσινο τούνελ να φλουτάρει μέσα από τα φώτα και μετά να ξαναχάνεται στο σκοτάδι με τον ίδιο τρόπο που ξαφνικά εμφανίζεται το επόμενο απαιτητικό εσάκι. Ψάχνω μανιασμένα τις λέξεις για να ξεφύγω από το κλισέ που έρχεται. Αδύνατον. Όντως το ταξίδι μετράει. Και ψυχαναλύει. Και σώζει...