Ο εργασιακός βίος μου το μήνα που πέρασε υπήρξε άκρως σχιζοφρενικός.
Στις αρχές του οδηγούσα το Fiat Bravo συμμετέχοντας στον εσωτερικό διαγωνισμό eco:Drive.
Μια στιγμή να σας εξηγήσω συνοπτικά τι είναι αυτό. Η Fiat έχει δημιουργήσει έναν δικτυακό τόπο, όπου τα δεδομένα της οδήγησής σου από το USB αναλύονται, αξιολογούνται και βαθμολογούνται με άριστα το 100. Όσο πιο οικονομικός, τόσο μεγαλύτερη βαθμολόγηση παίρνεις. Η δική μου ήταν πάνω από το διαδυκτιακό όρο, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Για να κάνεις εκπληκτική επίδοση θα πρέπει να μεταμορφωθείς σε ένα από αυτά τα γνωστά οδηγικά ζόμπι που σέρνονται στο δρόμο και αναγκάζουν ακόμα και τρακτέρ να τους παίζουν φώτα. Ωστόσο κάποιες από τις συμβουλές είναι όντως χρήσιμες και σε βοηθούν να εξοικονομήσεις χρήματα που ούτως ή άλλως δεν περισσεύουν. Η πιο χρήσιμη απ’ όλες είναι να είσαι προνοητικός. Ναι αδερφέ, σ’ εσένα μιλάω που αλλάζεις λωρίδες χωρίς να έχεις τσεκάρει τη ροή της κίνησης και την πέφτεις στα φρένα και επιταχύνεις ξανά και ξανά εκεί που δεν σε παίρνει, σα να χτυπάς το κεφάλι στον τοίχο με την ελπίδα πως κάποια στιγμή ο τοίχος είναι αυτός που θα σπάσει.
Η οδήγησή μου υπήρξε συνετή μεν, αλλά όχι στο όριο εγκεφαλογραφήματος καθυστερημένης αμοιβάδας σε βαρύ κώμα.

Ήμουν νιος και γέρασα...
Από την άλλη υπήρξαν και τρεις μέρες οδήγησης που μου άσπρισαν τα μαλλιά. Οι τρεις μέρες του Νίρμπουργκρινγκ. Έτσι θα τις λέω όταν θα διηγούμαι τα γεγονότα τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Το πηγαινέλα στους αυτοκινητόδρομους της Γερμανίας ήταν ό,τι πιο αγχωτικό έχω κάνει. Και καλά το πήγαινε από Μόναχο προς το Άιφελ – έτσι λέγεται η περιοχή που είναι η πίστα. Πρώτα οι εξαιρετικά πιεσμένες συνθήκες φωτογράφησης μέσα στην πίστα με το άγχος να κάνεις το τράκινγκ χωρίς να πατήσεις τους μηχανόβιους που βουτάνε μπροστά στο καπό σου και ίσα που φαίνεται η κορυφή από το κράνος. Μετά οι γύροι με καθένα από τα τρία αυτοκίνητά «μας». Η κ**λα συναγωνιζόταν το άγχος, ποιος την έχει μεγαλύτερη. Η ηδονή ξέρετε είναι αδερφική φιλενάδα με την καταστροφή. Κι όμως δεν ήταν ούτε αυτό το πιο ζόρικο.
Το ταξίδι της επιστροφής προς το Μόναχο. Αυτό ναι, είναι το πιο δύσκολο και αγχωτικό ταξίδι που έχω κάνει. Από τα 600 περίπου χιλιόμετρα, περισσότερο από τα μισά ήταν σε συνθήκες απόλυτου πηξίματος, απίστευτου μποτιλιαρίσματος, λόγω έργων και διακοπών των Γερμανών. Ό,τι νομίζετε πως ξέρετε για συνθήκες κίνησης εδώ στην Ελλαδίτσα, ξεχάστε το. Φανταστείτε ένα ατελείωτο μεταλλικό φίδι από τα Τέμπη μέχρι την Αθήνα. Και η ώρα της πτήσης να έρχεται όλο και πιο κοντά...

Γράμματα από τη Γερμανία
Στα κομμάτια που η κίνηση άνοιγε, τέρμα το γκάζι και 200 plus. Έλα όμως που οι Γερμανοί θεωρούν απολύτως φυσικό να περάσουν από τη μεσαία στην αριστερή λωρίδα ξερά και χωρίς να αυξήσουν τη ταχύτητά τους, προκειμένου να προσπεράσουν. Τα φρένα και τα καντήλια έπεφταν βροχή. Από ένα σημείο και μετά και οι σφήνες. Από ένα άλλο σημείο και μετά η λέξη σφήνα δεν φτάνει για να περιγράψει το τι ματσακολιές κάναμε, συναγωνιζόμενοι ο ένας τον άλλον για το ποιος θα γνωρίσει πρώτος τα γερμανικά κρατητήρια. Περίπου 70 χιλιόμετρα πριν το αεροδρόμιο, τα φρένα της M3 είχαν παραδώσει πνεύμα και -το χειρότερο- ταξίδευε με αναθυμιάσεις. Όλοι ωστόσο κατεβαίνουμε στο βενζινάδικο με τουπέ. Εγώ με κάπως ζορισμένο τουπέ ρωτάω πού είναι η τουαλέτα, ο Μιχάλης με ένα αγχωμένο τουπέ βάζει από 15 ολόκληρα ευρώ βενζίνης στο καθένα, βάζει μπρος και φεύγει. Λίγο αργότερα βγαίνω με ένα εμφανώς πιο ανακουφισμένο τουπέ και κάνω το ίδιο.
Φυσικά χάνουμε την πτήση, φυσικά πάμε σε διπλανή μπυραρία για λουκάνικα και Hefe Weiss και κάπου εκεί μου κάνει την κρίσιμη ερώτηση: «πλήρωσες το τελευταίο βενζινάδικο;» Όχι, εσύ δεν το είχες πληρώσει;
Τώρα περιμένουμε τα νέα από τα Γερμανικά ραντάρ και τα γερμανικά βενζινάδικα...