Πόλεμος στα θερμικά: Η Ολλανδία βάζει μηνιαίο χαράτσι σε εταιρικά βενζίνης και ντίζελ
Από το 2027 οι επιχειρήσεις στην Ολλανδία θα επιβαρύνονται με μηνιαία χρέωση 1% της αξίας κάθε νέου θερμικού ή υβριδικού leasing. Η κυβέρνηση θέλει να επιταχύνει τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, όμως ο κλάδος προειδοποιεί για σημαντικό οικονομικό κόστος.
Η Ολλανδία ανεβάζει κατακόρυφα την πίεση προς τις επιχειρήσεις που εξακολουθούν να επενδύουν σε αυτοκίνητα με κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Με νέα νομοθεσία που εγκρίθηκε πρόσφατα, οι εταιρείες που θα επιλέγουν από το 2027 και μετά θερμικά ή υβριδικά μοντέλα μέσω χρονομίσθωσης θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια επιπλέον μηνιαία επιβάρυνση, η οποία μπορεί να μετατραπεί σε σημαντικό κόστος για τους εταιρικούς στόλους.
Η νέα παρέμβαση δείχνει ότι η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης δεν θα βασίζεται μόνο σε κίνητρα για τα ηλεκτρικά, αλλά και σε αντικίνητρα για τα θερμικά
Ο στόχος της ολλανδικής κυβέρνησης είναι ξεκάθαρος: να επιταχύνει ακόμη περισσότερο τη μετάβαση των επιχειρήσεων προς τα 100% ηλεκτρικά οχήματα και να περιορίσει δραστικά τις νέες ταξινομήσεις αυτοκινήτων που χρησιμοποιούν βενζίνη ή ντίζελ.
Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, από την 1η Ιανουαρίου 2027 κάθε νέα σύμβαση leasing που αφορά θερμικό ή υβριδικό αυτοκίνητο θα συνοδεύεται από μηνιαία επιβάρυνση ίση με το 1% της αξίας του αυτοκινήτου. Στην πράξη, για ένα όχημα αξίας 30.000 ευρώ, η επιχείρηση θα καλείται να καταβάλει επιπλέον 300 ευρώ κάθε μήνα. Το ολλανδικό κράτος χαρακτηρίζει το μέτρο ως «fuel penalty», δηλαδή ποινή χρήσης καυσίμου, ενώ το κόστος δεν θα μπορεί να μετακυλιστεί στους εργαζόμενους που χρησιμοποιούν τα εταιρικά αυτοκίνητα.
Η εξέλιξη έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε μέρος της αγοράς, καθώς αρκετές επιχειρήσεις εκτιμούν ότι προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό λειτουργικό βάρος σε μια περίοδο αυξημένου κόστους.
Η πρόεδρος της Ολλανδικής Ένωσης Εταιρειών Leasing, Renate Hemerik, προειδοποίησε ότι το νέο μέτρο μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις στρατηγικές διαχείρισης στόλων και να δημιουργήσει σημαντικές πρόσθετες οικονομικές υποχρεώσεις για πολλές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν είναι πάντα τόσο απλή όσο παρουσιάζεται. Σε αρκετές περιοχές της χώρας το δίκτυο φόρτισης αντιμετωπίζει προβλήματα κορεσμού, ενώ πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες ηλεκτρικές υποδομές και συνδέσεις υψηλής ισχύος στις εγκαταστάσεις τους.
Από την άλλη πλευρά, η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αγορά έχει ήδη κινηθεί δυναμικά προς την ηλεκτροκίνηση και ότι το νέο μέτρο λειτουργεί απλώς ως ο τελευταίος καταλύτης για την ολοκλήρωση της μετάβασης. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις με στόλο έως δέκα επιβατικών κι ελαφρών επαγγελματικών επιλέγουν πλέον κυρίως ηλεκτρικά μοντέλα. Το ποσοστό ανεβαίνει περίπου στο 60% για εταιρείες με 10 έως 200 οχήματα, ενώ στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις φτάνει ακόμη και το 90%.
Μάλιστα, η πρώτη ανακοίνωση του σχεδίου είχε ήδη επηρεάσει την αγορά, αυξάνοντας περαιτέρω το ποσοστό των εταιρειών που στρέφονται στην ηλεκτροκίνηση.
Όσες επιχειρήσεις σκέφτηκαν να «κλειδώσουν» από τώρα θερμικά μοντέλα με πολυετή συμβόλαια leasing, δύσκολα θα αποφύγουν το νέο πλαίσιο. Η ολλανδική κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2030 η επιβάρυνση θα επεκταθεί σε όλα τα συμβόλαια leasing ανεξαρτήτως ημερομηνίας υπογραφής. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οχήματα που μισθώθηκαν πριν από το 2027 θα βρεθούν τελικά στο πεδίο εφαρμογής του μέτρου.
Βέβαια, οι πολυετείς συμβάσεις πέντε ετών δεν αποτελούν τον κανόνα στην αγορά, γεγονός που περιορίζει τον αριθμό των αυτοκινήτων που θα επηρεαστούν από αυτή τη μεταβατική διάταξη.
Η Ολλανδία συγκαταλέγεται ήδη στις ευρωπαϊκές χώρες με το υψηλότερο κόστος χρήσης συμβατικών καυσίμων και θεωρείται μία από τις πιο ώριμες αγορές ηλεκτροκίνησης στην ήπειρο. Η νέα παρέμβαση δείχνει ότι η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης δεν θα βασίζεται μόνο σε κίνητρα για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αλλά και σε αντικίνητρα για τα θερμικά.
Για τις επιχειρήσεις που εξακολουθούν να επενδύουν σε βενζίνη και ντίζελ, το μήνυμα από τη Χάγη είναι σαφές: η εποχή των κινητήρων εσωτερικής καύσης δεν γίνεται απλώς λιγότερο ελκυστική -γίνεται σταδιακά ακριβότερη.



