Το «άρωμα καινούργιου» στο μικροσκόπιο της EE - Nέοι κανόνες για τον αέρα στην καμπίνα
Η χαρακτηριστική μυρωδιά ενός καινούργιου αυτοκινήτου ίσως πάψει σύντομα να θεωρείται απλώς μέρος της εμπειρίας αγοράς. Νέα ευρωπαϊκή αυστηροποίηση φέρνει στο προσκήνιο τις χημικές εκπομπές μέσα στην καμπίνα.
Για δεκαετίες, η μυρωδιά ενός ολοκαίνουργιου αυτοκινήτου ήταν σχεδόν συνυφασμένη με τη στιγμή της παραλαβής. Για πολλούς οδηγούς αποτελεί ακόμη και σήμερα κομμάτι της «premium» αίσθησης ενός νέου μοντέλου.
Όμως πίσω από αυτό το χαρακτηριστικό άρωμα, οι ευρωπαϊκές αρχές αρχίζουν πλέον να βλέπουν ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την ποιότητα του αέρα στο εσωτερικό των αυτοκινήτων. Νέα έρευνα του γερμανικού οργανισμού ADAC σε συνεργασία με το ινστιτούτο Fraunhofer δείχνει ότι τα υλικά που χρησιμοποιούνται στις σύγχρονες καμπίνες συνεχίζουν να απελευθερώνουν πτητικές χημικές ενώσεις, ιδιαίτερα όταν το αυτοκίνητο παραμένει εκτεθειμένο σε υψηλές θερμοκρασίες.
Επόμενη μεγάλη μάχη της αυτοκινητοβιομηχανίας: δεν φτάνει το πόσο «καθαρό» είναι ένα αυτοκίνητο προς τα έξω, αλλά και πόσο καθαρό είναι το περιβάλλον μέσα στο ίδιο το αυτοκίνητο
Κόλλες, αφρώδη υλικά καθισμάτων, πλαστικά, υφάσματα και επενδύσεις εκπέμπουν σταδιακά VOC (Volatile Organic Compounds – πτητικές οργανικές ενώσεις), οι οποίες συγκεντρώνονται στον αέρα του εσωτερικού χώρου. Το φαινόμενο δεν είναι νέο, ωστόσο πλέον αρχίζει να αντιμετωπίζεται πιο σοβαρά σε επίπεδο ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Για το ίδιο θέμα έχουν γίνει και πάλι μελέτες κι έχουν δοθεί οδηγίες, τόσο το 2020 όσο και το 2021.
Στο πλαίσιο της μελέτης, οι ερευνητές εξέτασαν τέσσερα σύγχρονα μοντέλα: Volkswagen Golf eTSI, Dacia Spring, Hyundai Kona Hybrid και BYD Seal 6 DM-i Touring. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικές συνθήκες:
- σε φυσιολογική θερμοκρασία περιβάλλοντος,
- ύστερα από παραμονή του αυτοκινήτου στον ήλιο
- χωρίς και με ενεργοποιημένο εξαερισμό ή κλιματισμό
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συγκέντρωση ορισμένων ουσιών αυξάνεται σημαντικά όταν η καμπίνα υπερθερμαίνεται. Ανάμεσα στις ουσίες που βρέθηκαν σε υψηλότερα επίπεδα ήταν και η φορμαλδεΰδη, χημική ένωση που χρησιμοποιείται σε ρητίνες, κόλλες και αφρώδη υλικά.
Η συγκεκριμένη ουσία βρίσκεται ήδη στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών αρχών. Από τις 6 Αυγούστου 2027 θα τεθεί σε ισχύ νέο αυστηρότερο όριο για τα καινούργια αυτοκίνητα στην Ευρώπη: το ανώτατο επιτρεπτό επίπεδο φορμαλδεΰδης θα μειωθεί στα 0,062 mg/m³, όταν σήμερα το γερμανικό σημείο αναφοράς βρίσκεται στα 0,10 mg/m³.
Ο λόγος είναι σαφής: σε υψηλές συγκεντρώσεις, η φορμαλδεΰδη μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό στο αναπνευστικό σύστημα.
Τα συμπεράσματα της μελέτης ήταν Καθησυχαστικά, αλλά και με διαφορές μεταξύ μοντέλων. Η μελέτη ξεκαθαρίζει πάντως ότι κανένα από τα αυτοκίνητα που εξετάστηκαν δεν θεωρείται επικίνδυνο σε φυσιολογικές συνθήκες χρήσης. Σε θερμοκρασίες περιβάλλοντος, όλα τα μοντέλα παρέμειναν κάτω από τα μελλοντικά ευρωπαϊκά όρια.
Ωστόσο, όταν οι θερμοκρασίες στην καμπίνα αυξήθηκαν έντονα, εμφανίστηκαν αξιοσημείωτες αποκλίσεις μεταξύ των μοντέλων που δοκιμάστηκαν.
Το BYD Seal 6 DM-i Touring ήταν το μοντέλο που παρουσίασε τις υψηλότερες συγκεντρώσεις σε ορισμένους πτητικούς διαλύτες, όπως τα ξυλόλια, αλλά και αυξημένο συνολικό επίπεδο VOC σε σχέση με τα υπόλοιπα αυτοκίνητα της δοκιμής.
Στον αντίποδα, η έρευνα επιβεβαίωσε κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για την καθημερινή χρήση: ο εξαερισμός και ο κλιματισμός μειώνουν πολύ γρήγορα τη συγκέντρωση των ουσιών στην καμπίνα. Με το που αρχίζει να κυκλοφορεί αέρας στο εσωτερικό, τα επίπεδα φορμαλδεΰδης και βενζολίου πέφτουν αισθητά.
Και να που με αυτά και με αυτά, η ποιότητα αέρα στην καμπίνα γίνεται το νέο μεγάλο θέμα της αυτοκίνησης. Η αυτοκινητοβιομηχανία έχει αφιερώσει τα τελευταία χρόνια τεράστιους πόρους στη μείωση των εξωτερικών ρύπων και των εκπομπών CO2. Τώρα όμως η προσοχή φαίνεται να μεταφέρεται σταδιακά και στο τι αναπνέουν οι επιβάτες μέσα στο ίδιο το αυτοκίνητο.
Οι σύγχρονες καμπίνες χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερα συνθετικά υλικά, αφρώδεις επιφάνειες, ηλεκτρονικά συστήματα και premium επενδύσεις. Παράλληλα, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα αυξάνουν τον χρόνο παραμονής των επιβατών στο εσωτερικό κατά τη διάρκεια της φόρτισης, κάτι που κάνει την ποιότητα αέρα ακόμη πιο σημαντική.
Το περίφημο «άρωμα καινούργιου» ίσως λοιπόν πάψει σύντομα να είναι απλώς ένα στοιχείο μάρκετινγκ ή συναισθηματικής εμπειρίας. Με τις νέες ευρωπαϊκές προδιαγραφές να πλησιάζουν, οι κατασκευαστές θα χρειαστεί να παρακολουθούν πολύ πιο στενά τις χημικές εκπομπές των υλικών που χρησιμοποιούν στην καμπίνα των επόμενων μοντέλων.
Κι αυτό πιθανότατα θα εξελιχθεί σε μία από τις επόμενες μεγάλες μάχες της αυτοκινητοβιομηχανίας: όχι μόνο για το πόσο «καθαρό» είναι ένα αυτοκίνητο προς τα έξω, αλλά και για το πόσο καθαρό είναι το περιβάλλον μέσα στο ίδιο το αυτοκίνητο.



