node/17598

Ο εξαγνισμός της λάσπης

Αυτοί που ζουν μέρες τώρα εκεί πάνω, δίπλα σ’ ένα φράχτη, μέσα σ’ έναν απέραντο βούρκο, πλάι στην απόγνωση, αυτοί οι Άνθρωποι, αυτοί είναι η απόδειξη πως τα Ποντίκια μας κυβερνούν.
«...τ’ αντίσκηνα σα σβόλοι λάσπη
ένα κομμάτι λάσπη οι άνθρωποι
τρεμόσβηνε η ψυχή γινόταν χώμα
φασματικές λάμπες κόβανε τα πρόσωπα
φωτίζοντας μάτια τρελών...»
Τίτος Πατρίκιος

Και η Ιστορία καγχάζει «Τίποτε δεν θα μάθετε. Ποτέ». Αυτό είναι το δίδαγμά της τελικά. Το πικρό απόσταγμα που πρέπει να το πιούμε όσοι από εμάς περνιόμαστε για Άνθρωποι.

Διότι υπάρχουν και τα Ποντίκια. Που τώρα παίρνουν την εκδίκησή τους, επειδή για μια περίοδο κάποιοι από εμάς ίσως να πίστεψαν πως τα Ποντίκια γύρισαν πίσω στον υπόνομο. Πως τώρα οι Άνθρωποι πήραν τη μοίρα στα χέρια τους. Τίποτε δεν πήραν. Μόνο αυταπάτες. Πιθανόν να τους βόλευαν κιόλας. Δεν ήταν δυνατόν όλα αυτά τα χρόνια να μην καταλάβαιναν.

Όμως είναι, είμαστε Άνθρωποι. Αδύναμοι. Όσο υπάρχουν τα καθρεφτάκια και τα μπιχλιμπίδια της ασφάλειας και της ευημερίας κοιταζόμαστε σ’ αυτά, τα φοράμε και λουφάζουμε. Καταστέλλουμε κάθε αμφιβολία. Βο λευ ό μα στε. Τόσο απλά, τόσο ανθρώπινα. Ενώ τα Ποντίκια σκάβουν, υποκινούν, κατατρώγουν, αρπάζουν λίγο λίγο αυτό που λέγεται ανθρώπινη υπόσταση. Αυτό που τα χωρίζει από εμάς. Σιγά σιγά, με υπομονή ανεξάντλητη, με τη δύναμη του τρωκτικού, επιβάλουν τη φύση τους: Tρώνε. Τρώνε την ανθρωπιά, τη συμπόνια, την αλληλεγγύη, το νοιάξιμο. Τρώνε το φως από τα μάτια, το βλέμμα της συμπαράστασης. Τρώνε το συναίσθημα. Τρώνε όλη την ουσία. Μόνο το κέλυφος αφήνουν, Της απάθειας, του φόβου, του μίσους.

Aυτό κάνουν τα τρωκτικά. Τρώνε τις φουσκωτές βάρκες στο Αιγαίο. Μασούν με μεθοδικότητα τις ζωές δύο παιδιών κάθε μέρα που χάνονται στα νερά. Αυτές τις ζωές κυνηγούν με περισσότερη μανία. Αυτές οι ζωές είναι οι πιο άδολες και γι αυτό οι πιο επικίνδυνεςΚι επειδή τα Ποντίκια δεν έχουν ακόμα το σθένος να ουρλιάξουν «ΠΝΙΞΤΕ ΤΟΥΣ ΟΛΟΥΣ!» κρύβονται πίσω από σύρματα και παρατηρούν τους Ανθρώπους να πνίγονται στη λάσπη. Μια λάσπη που γίνεται πιο πηχτή κάθε μέρα από την απελπισία. Μια λάσπη που ακόμα κι αν η βροχή σταματήσει δεν θα ξεραθεί. Τα δάκρυα θα φροντίσουν γι αυτό.

Κι όμως αυτή η λάσπη κάνει αυτούς, τους μιαρούς και ρακένδυτους, Ανθρώπους και τους ξεχωρίζει από τα καθαρά Ποντίκια. Ήρθε τούμπα ο Κόσμος. Ήρθαν τα μέσα έξω. Οι λασπωμένοι εξυψώνονται. Αυτοί δίνουν μια ακόμα ευκαιρία στο ανθρώπινο γένος. Κι εμείς οι υπόλοιποι που ακόμα λογιζόμαστε για Άνθρωποι κι εμείς στη λάσπη είμαστε. Την ίδια λάσπη μοιραζόμαστε, όσο αφήνουμε τα Ποντίκια να μας τρώνε την ψυχή. Μια απέραντη θάλασσα από λάσπη. Αυτή είναι η Ανθρωπότητα. Αυτή η λάσπη της Ειδομένης, θα είναι ο εξαγνισμός μας ή η οριστική καταδίκη μας