node/6037

Τα κουπέ της Alfa Romeo

Μπορεί για κάποιους η Alfa να είναι συνώνυμη με τις ανοιχτές Spider, αλλά τα κουπέ αντιπροσωπεύουν τα πιο γοητευτικά μοντέλα της ιταλικής φίρμας.

Με την Alfa Romeo 4C σηματοδοτείται η επιστροφή της μιλανέζικης εταιρείας στη φόρμα των κουπέ. Και μπορεί για κάποιους η Alfa να είναι συνώνυμη με τις ανοιχτές Spider, αλλά τα κουπέ αντιπροσωπεύουν τα πιο γοητευτικά μοντέλα της.

Οι πιο παλιές Alfa κουπέ προσφέρονταν σε μια μπερδεμένη γκάμα και ήταν κατασκευασμένες από διάφορους καροσερίστες στην Ιταλία και στο εξωτερικό. Η πρώτη σταθερά προέκυψε στην γκάμα της 6C –το πρώτο κουπέ που διατέθηκε υπό τα σήματα της Alfa Romeo- και ήταν το 6κύλινδρο μοτέρ.

Ήταν λίγο πολύ ο ίδιος κινητήρας με αυτόν της 8C, ο οποίος όπως υποδηλώνει το όνομά του μοντέλου είχε δύο κυλίνδρους παραπάνω. Η εντυπωσιακή 8C 2300 του 1937 ήταν η κορωνίδα της γκάμας και περιγραφόταν εκείνη την εποχή ως το πιο όμορφο σπορ αυτοκίνητο του κόσμου, χαρακτηρισμό που θα μπορούσε να τον ισχυριστεί η Alfa ακόμη και σήμερα.

Φρένο στην άνθιση της Alfa Romeo ήρθε να βάλει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που κατέστρεψε την Ιταλία, όπως και πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. Η επιστροφή της Alfa συντελέστηκε το 1950, με το λανσάρισμα της 1900. Ήταν το πρώτο αυτοκίνητο της εταιρείας με αυτοφερόμενο πλαίσιο και, για μια φορά ακόμη, διατίθετο με μια γκάμα αμαξωμάτων από διάφορους καροσερίστες με πιο αναγνωρίσιμα την Disco Volante, τη Sprint -φτιαγμένη από τον Pinin Farina, και την ελαφριά Zagato 1900 SSZ. Τη 1900 ακολούθησε το 1958 ένα μοντέλο που αναμενόμενα ονομάστηκε 2000 και που στην αγορά προσφερόταν ως Sprint κουπέ και ήταν σχεδιασμένη από τον Bertone.

Ο Bertone ήταν και αυτός που σκιτσάρισε τις όμορφες γραμμές της 2600 που λανσαρίστηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Η 6κύλινδρη ναυαρχίδα της φίρμας, γνωστή ως SZ, από το Sprint Zagato, ήταν το μοντέλο που πλαισίωσε την γκάμα της Alfa το 1965 και σήμανε μια πιο ποιοτική στροφή στην κατασκευή και στο φινίρισμα, Μπορούσε να φιλοξενήσει στην καμπίνα τέσσερις ενήλικους με άνεση και τοποθετήθηκε στην αγορά περισσότερο ως GT παρά ως ένα γενικώς σπορ αυτοκίνητο. Η Sprint τράβηξε και την προσοχή της ιταλικής Αστυνομίας, που ενέταξε στο στόλο της ένα αριθμό αυτοκινήτων για υπηρεσία, σε μια χώρα που οι ένοπλες ληστείες ανέβαιναν με ιλιγγιώδη ρυθμό.

Η Giulietta που λανσαρίστηκε το 1954, ήταν το πρώτο μοντέλο που δεν είχε για όνομα αριθμό. Και αυτή την είδαμε σε μια σειρά από εκδοχές, περιλαμβανομένης ακόμη μιας ελαφριάς SZ που απέδιδε 100 PS από ένα 4κύλινδρο 1.300άρη κινητήρα. Ακολουθήθηκε το 1963 από μια σειρά κουπέ που βασίζονταν στην Giulia και είχαν μεγάλη επιτυχία σε αγωνιστικό επίπεδο σε όλο τον κόσμο. Η 1.600άρα Sprint GT νίκησε στο European Challenge το 1966, το '67 και το '68, ενώ αργότερα το μοντέλο εφοδιάστηκε με μοτέρ 1750 cc.

Το 1968, η Alfa επεχείρησε να φέρει την τεχνολογία των αγώνων στα αυτοκίνητα για το δρόμο με την 33 Stradale. Το όμορφο αμάξωμα διά χειρός Scaglione ήταν το πρώτο που χρησιμοποίησε διεδρικές πόρτες, ένα σχέδιο που πολύ αργότερα ξαναείδαμε στη McLaren 12C. Μόνο 33 Stradale πέρασαν τη γραμμή παραγωγής, καθιστώντας το αυτοκίνητο μια από τις ακριβότερες Alfa όλων των εποχών.

Δύο χρόνια αργότερα, η Montreal αποκαλύφθηκε στην πόλη απ’ όπου πήρε και το όνομά της. Μπήκε στην παραγωγή το 1970 και χρησιμοποίησε τον V8 της 33 που απέδιδε 200 PS. Ισχύ ικανή για να την ταξιδεύει στην ευθεία με 215 km/h.

Η Alfetta απετέλεσε τη βάση για την GTV, η οποία έγινε ένα από τα πιο εμβληματικά κουπέ ανάμεσα στο ’75 και το ’85. Νωρίτερα, το ίδιο αυτοκίνητο με μικρότερα μοτέρ, 1.600 και 1.800, λανσαρίστηκε υπό την ονομασία GT, με το όνομα GTV προορισμένο αποκλειστικά για το κορυφαίο της γκάμας.

Το μοντέλο που τράβηξε όμως την προσοχή των φανατικών των επιδόσεων ήταν η GTV6, χάρη στο δυνατό μοτέρ V6. Ήταν εξάλλου κι το αυτοκίνητο που κατέκτησε το European Touring Car Championship τέσσερις φορές στη σειρά, ενώ κατέκτησε και το πρωτάθλημα BTCC με τον Andy Rouse στο τιμόνι. Το συνεργαζόμενο περιοδικό του DRIVE, το Classic and Sportscar έγραφε τότε ότι ήταν «ο πιο εύηχος κινητήρας ύστερα από τον V8 της Maserati».

Και ενώ η GT και η GTV κέρδισαν την αποδοχή και το χειροκρότημα του κοινού, ήλθε η Alfasud Sprint –αργότερα σκέτο Alfa Romeo Sprint- να μοστράρει ως ένα προσιτό κουπέ. Δυστυχώς, η αισθητική γοητεία της επισκιάστηκε από τη σκουριά και τη φτωχή ποιότητα κατασκευής.

Το 1989, το κοινό έμελλε να δει το ρηξικέλευθο στιλ της SZ που ενώ παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες και υποσχέσεις, μόνο 1.036 από αυτές πέρασαν το κατώφλι του εργοστασίου. Αν εξαιρέσεις το προγναθικό στιλ που εντυπωσίαζε, το αυτοκίνητο βασιζόταν στην ταπεινή 75 που με τη σειρά της ήταν η Alfetta με άλλα ρούχα. Η SZ παρουσιάστηκε και ως ένα σπάνιο κάμπριο, την RZ, από τις οποίες κατασκευάστηκαν μόνο 278 κομμάτια –ο χαμηλότερος αριθμός που έχει σημειωθεί ποτέ σε Alfa παραγωγής.    

Το όνομα GTV αναβίωσε το μοντέλο του 1993, δίπλα με τη Spider. Το όμορφο κουπέ γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και υπέστη ένα facelift το 1998 και άλλο ένα το 2003, πριν αντικατασταθεί από τη Brera ένα χρόνο αργότερα.

Καθώς η GTV συνέχιζε την ισχυρή εμπορική πορεία της, η Alfa λανσάρισε την GT. Βασισμένη στην πλατφόρμα της 156, μοιραζόταν και τα μηχανικά μέρη με το σεντάν της Alfa. Οι πωλήσεις της συνεχίστηκαν  και ύστερα από το τέλος της παραγωγής της GTV, χωρίς όμως ποτέ να παραχωρηθεί το δικαίωμα στη GT να γίνει η σπορ ναυαρχίδα της φίρμας –προνόμιο που δόθηκε στη Brera.

Η Brera μπήκε στην παραγωγή το 2005, με στιλ σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό του πρωτοτύπου που είχαμε δει στο Σαλόνι Αυτοκινήτου της Γενεύης ένα χρόνο νωρίτερα. Όπως και η GT, βασιζόταν στην πλατφόρμα της GM/Fiat που υποστήριζε τα μεσαίου μεγέθους σεντάν των δύο εταιρειών, αλλά στην περίπτωση της Brera το πάτωμα ήταν της 159. Για μοτέρ φορούσε την οικεία γκάμα της Alfa, περιλαμβανομένου του εύηχου 3.2 V6, αλλά η ζωή της διακόπηκε το 2010, ύστερα από το λανσάρισμα της 8C Competizione.

Το τελευταίο σούπερκαρ της Alfa προαναγγέλθηκε το 2003, αλλά ήταν μόλις το 2007 που αυτό το εμβληματικό κουπέ μπήκε στην παραγωγή. Η Alfa Romeo πήρε 1.400 παραγγελίες γι’ αυτό το σούπερκαρ που βασιζόταν σε Maserati, αλλά κατασκεύασε μόλις 500 κομμάτια, διασφαλίζοντας τη μοναδικότητα και τη σπανιότητα ενός σφόδρα γοητευτικού αυτοκινήτου στα προσεχή χρόνια.

Και έτσι φτάνουμε στο τελευταίο δημιούργημα της Alfa και για κάποιους την πιο επιθυμητή Alfa Romeo εδώ και δεκαετίες. Η Alfa 4C συνδυάζει το χαμηλό βάρος, τη μεγάλη ισχύ και το κοφτερό κράτημα σε ποσότητα μεγαλύτερη από πολύ ακριβότερων «ανταγωνιστών» της. Ναι, μπορεί να έχει πολλά μικρά ή μεγαλύτερα μειονεκτήματα, αλλά όπως θα επιβεβαιώσει και κάθε Alfista, όλα μαζί αποτελούν τη συνταγή της γοητείας μιας πραγματικής Alfa.