DRIVE Legends: Chevrolet Corvette C2 Sting Ray V8 396 ci [video]

Κάτω από το πλαστικό σουλούπι της 'vette C2 κρυβόταν ένα μεγάλο σιδερένιο μπλοκ με εκατοντάδες ρωμαλέα άλογα. Ένα πραγματικό american iron.

Η Chevrolet Corvette C2, η επονομαζόμενη και Sting Ray είναι η δεύτερη γενιά και η πιο γοητευτική του πλέον εμβληματικού αμερικανικού σούπερκαρ.

Αυτή η δεύτερη γενιά από το πενάκι του Larry Shinoda αποτελεί ένα αμάλγαμα έμπνευσης από το Q concept της πρώτης γενιάς, την Jaguar E-type, αλλά και έναν καρχαρία που ψάρεψε ο Bill Mitchell, επικεφαλής σχεδιασμού της Chevrolet. Το λανσάρισμα της C2 το 1962 συντάραξε τον εθνικό αυτοκινητικό Τύπο των ΗΠΑ. Οι δημοσιογράφοι στα περιοδικά επαίνεσαν τα μέγιστα το βελτιωμένο κράτημα, την απόδοση και φυσικά το ανυπέρβλητο στιλ της. Και όχι άδικα. Πίσω από αυτό το στιλ κρυβόταν σαφώς και ουσία. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Corvette χρησιμοποιήθηκε αεροδυναμική σήραγγα για να φινίρουν την απόδοσή της, αλλά και να την ταιριάξουν με τη μοναδική σιλουέτα της.

Plastic Fantastic
Τα πράγματα όμως δεν άλλαξαν μόνο σε επίπεδο σχεδιασμού, αλλά οι μηχανολόγοι της Chevrolet έβαλαν χέρι και στο μίγμα των υλικών της πρώτης γενιάς. To καβούκι από φάιμπεργκλας της C1 παρέμεινε, υποστηρίζοντας το σλόγκαν «plastic fantastic», αλλά και ενισχύθηκε η ατσάλινη δομή της Sting Ray. Η συνεπακόλουθη αύξηση του βάρους εξισορροπήθηκε μέσω της μείωσης του πάχους του φάιμπεργκλας, με τη C2 τελικά να ζυγίζει λιγότερο από τη C1. Επιπλέον, η καμπίνα παρέμεινε αλώβητη σε χώρο παρά τη μείωση του μεταξονίου και η ενίσχυσή της με ατσάλινες δοκούς έκανε το κλωβό των επιβατών πιο ισχυρό και ασφαλέστερο.

Παρότι η αποτελεσματικότητα του σασί δεν ήταν τόσο προφανής όσο το γοητευτικό στιλ της Corvette C2, έπαιξε κι αυτή σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της Sting Ray. Η απόκριση του αυτοκινήτου βελτιώθηκε χάρη στο ταχύτερο τιμόνι «Ball-Race», το πιο κοντό μεταξόνιο και το λιγότερο βάρος που έπεφτε στον εμπρός άξονα. Η αλλαγή στην κατανομή του βάρους δε, που πρόσθεσε 40 kg στον πίσω άξονα, βελτίωσε την πρόσφυση των κινητήριων τροχών και φυσικά το χρόνο της επιτάχυνσης 0-100 km/h. Βελτίωση υπέστη όμως και η η επιβραδυντική ικανότητα της ’vette. Τα μαντεμένια ταμπούρα των 280 mm διατηρήθηκαν, αλλά στη C2 έγιναν φαρδύτερα.

Κάτω από το καπό χρησιμοποιήθηκαν τα μοτέρ της προηγούμενης γενιάς σε συνδυασμούς που προέκυπταν από τέσσερις κινητήρες small block V8 των 327 cu.in. (5,3 lt), τρία κιβώτια και έξι τελικές σχέσεις μετάδοσης. Τα μοτέρ με καρμπιρατέρ απέδιδαν 253, 305 και 345 PS, ενώ το κορυφαίο σε απόδοση, αυτό με τους 365 PS ήταν ένας κινητήρας V8 με ψεκασμό. Το 1963 όλα τα μοτέρ μπορούσαν να σεταριστούν με ηλεκτρονική ανάφλεξη (έξτρα), αλλά με την ιπποδύναμη να παραμένει απαράλλαχτη και μόνο η έκδοση των 365 PS έφτασε τους 370.

Το 1964, η Chevrolet προχώρησε σε αλλαγές που περιελάμβαναν την κατάργηση του διπλού πίσω κρύσταλλου με τη δοκό στη μέση και την εξαφάνιση των δύο «ψευδο»εισαγωγών αέρα στο καπό, παρόλο που οι κοιλότητες παρέμειναν. Επίσης, η διακοσμητική εξαγωγή αέρα στη αριστερή πίσω κολόνα έγινε λειτουργική.

Μεγάλο μπλοκ, μεγάλες αλλαγές
Το 1965 ήταν η χρονιά των μεγάλων αλλαγών, αλλά και των αυτοκινήτων που μπορείτε να δείτε στο Ελληνικό Μουσείο Αυτοκινήτου. Καταρχήν ήταν η χρονιά που εγκαινιάστηκε η χρήση δισκοφρένων σε όλους του τροχούς και για όλη την γκάμα. Βέβαια, όποιος ήθελε μπορούσε να παραγγείλει ταμπούρα και η Chevrolet του έκοβε $64,5 από το λογαριασμό. Το σημαντικότερο όμως, που αφορούσε και μια οπισθοδρόμηση, ήταν ότι επήλθε ο θάνατος του Rochester Fuel Injection System και όλα τα μοντέλα της Corvette C2 φόρεσαν καρμπιρατέρ. Αφορμή στάθηκε η έλευση ενός big block V8 στην γκάμα.

Το μοτέρ των 396 cu.in. (6,5 lt) που απέδιδε 431 PS με καρμπιρατέρ ήταν ένα έξτρα που κόστιζε $145, τη στιγμή που ο V8 327 cu.in. με ψεκασμό Rochester και 370 PS κόστιζε $500. Δηλαδή, η Chevrolet θα έπρεπε να πείσει κάποιον υποψήφιο πελάτη ότι θα έπρεπε να πληρώσει $355 παραπάνω για 61 PS λιγότερα. Χωρίς βέβαια να θέλουμε να γίνουμε μετά Χριστόν προφήτες, εάν η Chevrolet δεν ακύρωνε τότε το πρόγραμμα ψεκασμού, ίσως σήμερα μιλάγαμε για τη Rochester όπως αναφερόμαστε στη Bosch. Η Chevrolet θα επανερχόταν με τον ψεκασμό 18 ολόκληρα χρόνια αργότερα με τον L83 cross-fire.

To big block για να χωρέσει μέσα στο μηχανοστάσιο της Corvette χρειάστηκε πιο πολύ «αέρα» στο καπό. Αυτό το τελευταίο είχε και εισαγωγή αέρα «power blister», οι κάθετες γρίλιες στα πλευρά της Corvette έγιναν λειτουργικές, ενώ η σκούρα μάσκα απέκτησε οριζόντιες μπάρες. Τα πλαϊνά του αυτοκινήτου ανασχεδιάστηκαν για μια ακόμη φορά, επιτέλους διατέθηκαν εργοστασιακές πια μονομπούλονες ζάντες με πτερύγια (nock-off), βαμμένες γκρι ανάμεσα στις ακτίνες, ενώ οι εξατμίσεις που έβγαιναν από το πλάι προσέθεταν στην επιθετικότητα της ’vette. Αλλά και στην καμπίνα υιοθετήθηκε τηλεσκοπικό τιμόνι, νέα όργανα επηρεασμένα από την αεροπορική βιομηχανία, η κεραία του ραδιοφώνου έγινε στάνταρ ηλεκτρική, ενώ ανασχεδιάστηκαν τα καθίσματα με μεγαλύτερα και πιο υποστηριχτικά «μάγουλα». Και για όποιον ήθελε υπήρχε το «βαρέως τύπου» σασμάν Μ22, το επονομαζόμενο και «Rock Crusher» από το θόρυβο που έκανε όταν άλλαζε.

Πολλά άλογα
Το 1966, η Chevrolet παρουσίασε ένα big blocκ με ακόμη μεγαλύτερη χωρητικότητα -427 cu.in. (7 lt.)- που αποτελεί και το πιο συλλεκτικό αυτοκίνητο στην γκάμα της Corvette. Το 1967, αυτή η έκδοση (L88) επίσημα ανακοινωνόταν στους 436 PS, αν και ανεπίσημες εκτιμήσεις μιλούν για 560 και πλέον άλογα. Μόνο 20 τέτοια μοτέρ έχουν τοποθετηθεί σε Corvette το 1967, σπανιότητα που ανεβάζει την τιμή αυτών των αυτοκινήτων στο χρηματιστήριο των classics πάνω από τα $650.000.

Η Chevrolet Corvette C2 παρέμεινε στην παραγωγή μέχρι το 1968 και στους καταλόγους μέχρι το 1969, καθώς η επόμενη γενιά C3 καθυστέρησε να λανσαριστεί τουλάχιστον ένα χρόνο από την προγραμματισμένη ημερομηνία της -1968.

Οι Corvette C2 του Μουσείου είναι του 1965 και από αυτές με το μεγάλο μπλοκ. Η μία στάνταρ με τα 431 PS και η άλλη ένα από τα πιο εμβληματικά αγωνιστικά της Ελλάδας των ’60s. Πρόκειται γι’ αυτήν που οι παλαιότεροι γνώρισαν ως «Στρίγγλα» και στα χέρια του Τζόνι Πεσμαζόγλου, τότε εισαγωγέα της GM. Με φαρδιά φτερά και άλλα αεροβοηθήματα, κιτ ενίσχυσης της ισχύος και μπόλικες επεμβάσεις στο μοτέρ και στη μετάδοση, αυτή η Corvette με χωρητικότητα σχεδόν 460 κυβικές ίντσες εξακοντίστηκε στα 650 άλογα.

H Chevrolet Corvette C2 Sting Ray με μια ματιά
Περίοδος παραγωγής 1963-1967
Κωδική ονομασία GM Chevrolet Big-Block V-8 396
Παραγωγή 1965 23.562 αυτοκίνητα (8.186 κουπέ και 15.376 κάμπριο)
Αμάξωμα Κουπέ, 2+2
ΠΛΑΙΣΙΟ
Σασί Ατσάλινο
Αμάξωμα Φάιμπεργκλας
Ανάρτηση εμπρός Διπλά ψαλίδια, ελικοειδή ελατήρια, τηλεσκοπικά αμορτισέρ, αντιστρεπτική ράβδος
Ανάρτηση πίσω Ανεξάρτητη με σταθερό διαφορικό, εγκάρσια φύλλα σούστας, υστερούντες βραχίονες, και αμορτισέρ
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τοποθέτηση/Κίνηση Εμπρός/στους πίσω τροχούς με ημιαξόνια και σταυρό
Υλικό Χυτοσίδηρος
Τύπος Ατμοσφαιρικός
Κύλινδροι V8
Διάμετρος x διαδρομή 104 x 95,5 mm
Χωρητικότητα 6.489 cc (396 ci)
Σχέση συμπίεσης 11:1
Χρονισμός Δύο βαλβίδες στον κύλινδρο, επικεφαλής, μεγάλου βυθίσματος, υδραυλική κίνηση, ένας εκκεντροφόρος επικεφαλής στο κέντρο με καδένα
Τροφοδοσία  Ένα τετραπλό καρμπιρατέρ Holley 4150
Ανάφλεξη Ηλεκτρονική με πλατίνες
Λίπανση Αντλία λαδιού, χωρητικότητα κυκλώματος 4,7 lt
Ψύξη Υγρόψυκτο και κεντρόφυγη αντλία, χωρητικότητα κυκλώματος 18 lt
Ισχύς 431 PS @ 6.400 rpm
Ροπή 57,4 kgm @ 4.000 rpm
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Κιβώτιο χειροκίνητο 4+1 σχέσεων Borg-Warner ή 3τάχυτο αυτόματο Powerglide
Συμπλέκτης Ξηρός μονόδισκος
ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ- ΦΡΕΝΑ
Φρένα εμπρός Αεριζόμενοι δίσκοι 298 mm
Φρένα πίσω Δίσκοι 298 mm
Τιμόνι Ατέρμονας κοχλίας
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ-ΒΑΡΗ
Διαστάσεις 4.448x1.768x1.265 mm
Μεταξόνιο  2.489 mm
Μετατρόχιο εμπρός/πίσω 1.443/1.463 mm
Πορτμπαγκάζ 238 lt
Ρεζερβουάρ 76 lt
Βάρος 1.463 kg
Ζάντες εμπρός/πίσω Ατσάλινες 7,75Jx15”
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
0-100 km/h 5,8”
0-160 km/h 12,5”
0-200 km/h 21,5”
0-400 m 14,0” @ 168 km/h
0-1.000 m 25,0”
Τελική ταχύτητα 230 km/h
Κατανάλωση 22,2 lt/100 km
Αυτονομία 340 km
ΤΙΜΗ
Τιμή σήμερα €45.000 (condition 4)-€145.000 (condition 1)