node/36090

Τέσσερις προσιτές, κλασικές γιαπωνέζικες superbikes

Διαλέγουμε τέσσερις κλασικές γιαπωνέζικες μοτοσικλέτες σούπερσπορ, μία από κάθε μεγάλη εταιρεία, που θα μπορούσες να τις αγοράσεις ανάμεσα στις 4.500 με τις 9.000 ευρώ.

Από τις προπολεμικές Norton, Henderson, BSA, Harley, Royal Enfield και τόσες άλλες μέχρι τις dirt bikes της δεκαετίας του ’70, η αγορά συλλεκτικών μοτοσικλετών παρουσιάζει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ως εκ τούτου και μεγαλύτερη κίνηση.

Μαζί με αυτές, αυξάνεται και η αγορά για τα ιαπωνικά superbikes και τις μεγάλες σπορ μοτοσικλέτες από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έως και αυτή του ’90 που κερδίζουν γρήγορα σε δημοτικότητα. Πολλές τους έχουν ήδη αποσυρθεί ή κανιβαλιστεί, αλλά επειδή έχουν κατασκευαστεί σε μεγάλους αριθμούς εξακολουθούν να υπάρχουν μπόλικα ακόμα κομμάτια. Και μάλιστα σε διάφορες βαθμίδες κατάστασης, πληρότητας και αυθεντικότητας. Εμείς διαλέγουμε τέσσερις από αυτές, μια από κάθε μάρκα: Honda, Kawasaki, Suzuki και Yamaha. Μοτοσικλέτες που μπορείς να τις αγοράσεις φθηνά και να τις απολαύσεις στο δρόμο, καθώς ακόμη και σήμερα τιμούν την αξία τους.

Honda CB750 1969-1978
honda

Αυτή είναι η μοτοσυκλέτα απ’ όπου ξεκίνησαν τα πάντα. Είναι η πρώτη superbike της σύγχρονης εποχής και ήταν ό,τι ταχύτερο και πιο εξελιγμένο υπήρχε πάνω σε δύο τροχούς όταν έκανε το ντεμπούτο της το 1969. Σε αντίθεση με τα βρετανικές BSA και Triumph, προσέφερε ηλεκτρική μίζα, δισκόφρενο και 5τάχυτο σασμάν ταχυτήτων με το λεβιέ στην αριστερή πλευρά. Τα φέρινγκ δεν ήταν ακόμη διαθέσιμα, έτσι οι Honda ήταν γυμνές με τον αερόψυκτο, 4κύλινδρο κινητήρα των 736 cc με τον ένα εκκεντροφόρο, σε κοινή θέα. Αν και είναι βαριά μοτοσικλέτα για τα σημερινά πρότυπα, σχεδόν 230 kg, έβγαζε περίπου 68 άλογα στις 8.000 rpm, αλλά το μοτέρ ανέβαζε αγόγγυστα μέχρι και τις 8.500. Νούμερα δυσθεώρητα για την εποχή που την εκτόξευαν στην ευθεία με 200+ km/h. Μια CB750 σε καλή κατάσταση μπορείς να τη βρεις εκεί έξω ακόμα και με λιγότερα από εννιά χιλιάρικα, αλλά οι τιμές κινούνται ολοένα και ανοδικά.

Kawasaki Z1 1972-1975
Kawasaki

Αυτή είναι η μοτό που έφτιαξε η Kawasaki για να εκθρονίσει τη Honda CB750. Και το πέτυχε. Όταν η Z1 έκανε το ντεμπούτο της, ήταν ένα αριστούργημα τεχνολογίας και η πιο γρήγορη αλλά και η ταχύτερη στις στροφές μοτοσικλέτα που θα μπορούσες να αγοράσεις. Το μοτέρ της ήταν 4κύλινδρο σε σειρά, αερόψυκτο, με δύο εκκεντροφόρους και τέσσερα καρμπιρατέρ. Ήταν η πρώτη μεγάλη ιαπωνική μοτοσυκλέτα που φορούσε DOHC, με τον κινητήρα να αποδίδει λίγο παραπάνω από 80 άλογα. Ισχύς που έχριζε την Kawasaki Z1, την ισχυρότερη τετράχρονη street μοτοσικλέτα που έφτιαχνε μέχρι τότε η γιαπωνέζικη βιομηχανία. Αλλά και την ταχύτερη, μιας και η ανώτατη ταχύτητά της ξεπερνούσε τα 210 km/h. Εδώ να σημειώσουμε ότι οι Ιάπωνες βρίσκονταν σε φάση ενίσχυσης της απόδοσης για τους κινητήρες των μοτό, σε μια εποχή που οι ιπποδυνάμεις βρίσκονταν υπό αναθεώρηση λόγω της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης. Μια Kawasaki Z1 σε καλή κατάσταση στοιχίζει στην αγορά κλασικής μοτοσικλέτας λιγότερο από €9.000.

Suzuki GSXR1100 1986-1998
Suzuki

Είναι εκπληκτικό πόσο φθηνές είναι αυτές οι μοτοσικλέτες. Καθαρά και σε πολύ καλή κατάσταση κομμάτια αυτών των superbike βρίσκονται εκεί έξω για περίπου €7.000, ενώ πολλά κοστίζουν ακόμα και κάτω από €4.500. Όταν η Suzuki GSXR1100 έκανε το ντεμπούτο της το 1986, ήταν η Lamborghini Countach LP5000 Quattrovalvole των superbike, με χωρητικότητα πάνω από 1.000 cc και περίπου 150 άλογα. Ο κινητήρας ήταν ένας υγρόψυκτος, 4κύλινδρος σε σειρά, 16βάλβιδος, που έστελνε την GSXR1100 στα 280+ km/h. Ήταν βαριά, ζυγίζοντας περισσότερο από 250 kg, αλλά ήταν ταχύτατη. Ήταν επίσης γνωστό ότι ήταν «κοντή», οπότε η Suzuki πρόσθεσε λίγο μεταξόνιο και άλλαξε το σχεδιασμό του ψαλιδιού το 1995.

Yamaha YZF750 1993-1998
Yamaha

Αυτή η Yamaha έκανε καλή καριέρα στην Ευρώπη στα μέσα της δεκαετίας του ’90, επειδή ήταν ελαφριά, γρήγορη, κόμπακτ και έδειχνε «δολοφόνος». Μια βασική -και όχι μια SP που ήταν ειδικά ομολογκαρισμένη για το World Superbike Racing, φορά 4κύλινδρο σε σειρά κινητήρα 749 cc με περίπου 120 άλογα, υπέρ-αρκετά για τη YZF750 που ζύγιζε κάτι παραπάνω από 200 κιλά. Όπως σε όλες τις superbike της εποχής, οι βελτιώσεις ήταν κοινός τόπος, αλλά επειδή πουλήθηκε σε μεγάλους αριθμούς, μπορείς να βρεις ακόμα καθαρά, απείραχτα κομμάτια στην αγορά για λιγότερο από €4.500.

node/39652
Alice Huyler Ramsey

DRIVE Legend: Alice Huyler Ramsey 1886-1983

Σε πείσμα της συμπλεγματικής αντίληψης και των ηθών στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρξαν γυναίκες που προσέφεραν τα μέγιστα στην αυτοκινητοβιομηχανία. Μια από αυτές ήταν η Ramsey που, σαν σήμερα το 1909, ολοκλήρωσε τη διάσχιση των ΗΠΑ από Ανατολή σε Δύση...

Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

DRIVE Legend: Alice Huyler Ramsey 1886-1983

Αν ξεχωρίζαμε δέκα γυναίκες που η αυτοκινητοβιομηχανία πρέπει να τους υποκλιθεί αυτές θα ήταν οι Bertha Benz, Helene Rother, Dorothée Pullinger, Wilma K. Russey, Florence Lawrence, Alice Huyler Ramsey, Joan Newton Cuneo, June McCarroll, Mary Anderson και η Charlotte Bridgwood. Με αυτή ή με οποιαδήποτε άλλη σειρά αξιολογεί ο καθένας.

Όμως, για την πρώτη που ολοκλήρωσε το cross-country των ΗΠΑ από την Ανατολική στη Δυτική Ακτή και για την πρώτη που μπήξε Automotive Hall of Fame θεωρούμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία. Ένα «ταξίδι» που η Alice Ramsey όχι μόνο το πραγματοποίησε στο περιθώριο της οικιακής ενασχόλησης και των μητρικών καθηκόντων της, αλλά και στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια εποχή διόλου προνομιακή για μια γυναίκα. 

Η Alice γεννήθηκε ως Huyler στο New Jersey το 1886 και λίγα πράγματα είναι γνωστά για την νεότητά της. Γνωρίζουμε όμως ότι αποφοίτησε από το Vassar College σε μια εποχή που λιγότερο από το 7% των γυναικών πήγαιναν στο κολέγιο. Κάτι που αποτελεί για τα ήθη της εποχής προκλητικό και επαναστατικό από μόνο του. Αν και πήρε κορυφαία εκπαίδευση, δεν μπήκε ποτέ στο εργατικό δυναμικό των ΗΠΑ. Αντ’ αυτού, παντρεύτηκε τον γερουσιαστή John R. Ramsey και από τα 22 κιόλας ήταν νοικοκυρά με δύο μικρά παιδιά. Ωστόσο, η παραμονή στο σπίτι δεν την ικανοποιούσε και όταν αγόρασε το πρώτο της αυτοκίνητο, το 1908, σύντομα μπήκε σε… περιπέτειες. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Οι τοπ 10 γυναίκες στην αυτοκινητική ιστορία

Παρότι οι Αμερικανίδες αποθαρρύνονταν από το περιβάλλον τους και γενικότερα από την κοινωνία να οδηγούν αυτοκίνητο, η Alice όχι μόνο έμαθε να σοφάρει, αλλά έγινε και οδηγάρα. Μόλις λίγους μήνες αφότου έπιασε για πρώτη φορά τιμόνι, συμμετέσχε στον αγώνα αντοχής του Montauk Point που απαιτούσε να οδηγήσει 200 μίλια σε μη ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Και ενώ ήταν μία από τις δύο μόνο γυναίκες στον αγώνα, όχι μόνο ολοκλήρωσε το ταξίδι, αλλά πέτυχε τέλεια επίδοση τερματίζοντας στην τρίτη θέση.

Alice Huyler Ramsey

Η φανταστική επίδοση της Alice πήρε διάσταση στον Τύπο, με την αυτοκινητοβιομηχανία Maxwell να έχει μια ιδέα για μια διαφημιστική καμπάνια με πρωταγωνίστρια την Alice: Θα της έδινε ένα καινούργιο 4κύλινδρο Maxwell DA με 30 άλογα για να διασχίσει ολόκληρη τη χώρα με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Και σε αντάλλαγμα, η Alice θα έδειχνε στον κόσμο ότι η Maxwell είχε φτιάξει ένα τόσο καλό αυτοκίνητο, ώστε ο καθένας -μπρρρ! ακόμα μια γυναίκα!- θα μπορούσε να το οδηγήσει. Η Alice συμφώνησε και στις 9 Ιουνίου του 1909 μαζί με άλλες τρεις φίλες της, που σημειωτέον καμία τους δεν ήξερε να οδηγεί, ξεκίνησαν τη διάσχιση της χώρας για πρώτη φορά με γυναικείο πλήρωμα.

Προφανώς η οδήγηση στην Αμερική το 1909 δεν έχει καμία σχέση με ό,τι γνωρίζουμε σήμερα. Από τα 5.800 km που διήνυσε η Alice από τη Νέα Υόρκη στο San Francisco, μόλις τα 250 ήταν λιθόστρωτα. Μάλιστα οι περισσότεροι δρόμοι δεν είχαν καν όνομα ή σήμανση, οπότε η Ramsey έπρεπε να χρησιμοποιήσει οδηγούς της εποχής που ονομάζονταν The Blue Book, κάτι αντίστοιχο με τους Guides Bleu της Michelin. Βέβαια, και πάλι οι οδηγίες ήταν ασαφείς ή παραπλανητικές και χωρίς καμία εικονογράφηση.

Μια οδηγία που έλεγε «στρίψε αριστερά στην πράσινη αγροικία» θα μπορούσε να σε στείλει εκατοντάδες μίλια εκτός πορείας, επειδή ο αγρότης είχε αποφασίσει εν τω μεταξύ να βάψει το σπίτι του κίτρινο. Τα πράγματα δε, έγιναν ακόμη χειρότερα καθώς για πέρα από το Μισισιπή δεν υπήρχαν οδηγίες στο Blue Book, οπότε η Alice θα έπρεπε κυριολεκτικά να μαντέψει το δρόμο της προς τη Δύση. Και για να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες, ακολουθούσε τους πιο πατημένους δρόμους ή αυτούς που είχαν τους τηλεφωνικούς στύλους με τα περισσότερα καλώδια.

Εκτός από την πλοήγηση σε σχεδόν αδιάβατους δρόμους, η Alice έδειξε εντυπωσιακές μηχανικές δεξιότητες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της άλλαξε τουλάχιστον 11 λάστιχα, επισκεύασε το σπασμένο πεντάλ του φρένου, καθάριζε διαρκώς τα μπουζί για να κρατήσει το μοτέρ σε λειτουργία και χρειάστηκε να ψύξει το συμπλέκτη του Maxwell, μεταφέροντας νερό από τα πλευρικά χαντάκια του δρόμου με ένα ποτήρι .

Alice Huyler Ramsey

Οι δρόμοι δεν ήταν οι μοναδικές προκλήσεις που αντιμετώπιζε η Alice και οι σύντροφοί της. Στη Nebraska, βρέθηκαν εν μέσω ενός ανθρωποκυνηγητού για έναν δολοφόνο. Στο Wyoming, «τσακώθηκαν» με τους κοριούς του ξενοδοχείου και στη Nevada αντιμετώπισαν μια ομάδα ιθαγενών Αμερικανών που κρατούσαν τόξα και βέλη. Ωστόσο, η Alice δεν τα παράτησε.

Παρόλα τα εμπόδια που αντιμετώπισαν, η Alice και οι συντρόφισσές της ολοκλήρωσαν με επιτυχία το ταξίδι τους στις 6 Αυγούστου του 1909, φτάνοντας στο San Francisco τρεις εβδομάδες αργότερα από το προγραμματισμένο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, έγιναν τα αγαπημένα παιδιά του Τύπου και λαϊκοί ήρωες. Οι άνθρωποι έρχονταν καβάλα σε άλογα και άμαξες από για μίλια μακριά για να τις συναντήσουν σχεδόν σε κάθε στάση του ταξιδιού τους, συχνά περιμένοντας ώρες για να δουν εκείνες τις «pretty women motorists».

Ύστερα από το συνταρακτικό ταξίδι της, η Alice επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε τα παιδιά της και το 1961 έγραψε το βιβλίο «Veil, Duster and Tire Iron» εξιστορώντας το ταξίδι της. Ποτέ δεν έπαψε να αγαπάει τα αυτοκίνητα και ολοκλήρωσε ακόμα πάνω από 30 cross-country, πριν περάσει στην αιωνιότητα το 1983 σε ηλικία 96 ετών. Το 2000 έγινε η πρώτη γυναίκα που μπήκε Automotive Hall of Fame, ενώ της απενεμήθη επίσης ο τίτλος της «First Lady of Automotive Travel» και της «Woman Motorist of the Century».

node/39643

Renault 4L 1961-1967: Μπλουτζίν

Πρώτο προσθιοκίνητο για την Billancourt, το R4 ήταν ταυτόχρονα ένα από τα πιο ευφυή αυτοκίνητα της εποχής του. Και ένα από τα πιο λατρεμένα, επίσης.

Τετάρτη, 05 Αυγούστου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

Renault 4L 1961-1967: Μπλουτζίν

«Ας το ονομάσουμε μπλουτζίν, όπως το ρούχο που μπορούμε να φορέσουμε σε κάθε περίσταση». Με αυτά τα λόγια περιέγραψε ο Pierre Dreyfus, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Régie Renault, το αυτοκίνητο που προοριζόταν να αντικαταστήσει το θρυλικό 4CV. Μια προδιαγραφή τόσο σύντομη όσο και απίστευτα φιλόδοξη που θα οδηγoύσε σε ένα άνευ προηγουμένου μείγμα στιβαρότητας και καινοτομίας. 

Εκτός από δημοφιλές και οικονομικό, αυτό το μικρό Renault όφειλε επίσης να δώσει μια δυναμική εικόνα της Régie που ταίριαζε στην εποχή, σημαίνοντας με αυτόν τον τρόπο τη ρήξη με τα παρελθόντα μοντέλα της εταιρείας.

Renault R4 1961-1967
Το τετράγωνο προφίλ και η τεράστια, ευήλια καμπίνα άλωσε επί 32 χρόνια μόδες και κοινωνικές τάξεις. 


Εμπνευσμένοι από τον παράδειγμα του μεγάλου εθνικού αντιπάλου της με το φθηνό και χρηστικό Citroën 2CV, οι μηχανικοί του γραφείου μελετών της Renault βάλθηκαν να παρουσιάσουν χώρους και χρηστικότητα σε πρωτόγνωρο επίπεδο για την εποχή.

Από τα πρώτα βήματα του πρότζεκτ κιόλας, το αυτοκίνητο σχεδιάστηκε με πέμπτη πόρτα, πίσω κάθισμα με εύκολη αναδίπλωση και πορτμπαγκάζ με επίπεδο πάτωμα που θα διασφάλιζε μεγάλη δυνατότητα φόρτωσης. 

Renault R4 1961-1967
Προερχόμενο από τον παλιό, καλό 4κύλινδρο «Billancourt» του 4CV, το μοτέρ του R4 όση δύναμη του έλειπε την αναπλήρωνε δηλώνοντας αγόγγυστα, καθημερινά και απροβλημάτιστα, «παρών». 


Η βούληση να προσφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερο χώρο, απαιτούσε την τοποθέτηση του κινητήρα και της μετάδοσης εμπρός. Έτσι, το R4 κατέληξε να γίνει το πρώτο προσθιοκίνητο μοντέλο της φίρμας. Με το μυαλό στη συμπίεση του κόστους εξέλιξης και παραγωγής, ο παλιός, καλός 4κύλινδρος «Billancourt» του 4CV κλήθηκε στην υπηρεσία και του R4, ενσωματώνοντας όμως μια μικρή επαναστατική καινοτομία.

Φιλόξενο, το R4 όφειλε επίσης να είναι εύκολο στην καθημερινή χρήση. Να είναι με άλλα λόγια, «voiture à vivre», κατά πώς έλεγε το μότο της Renault. Έτσι, εγκαινίασε ένα κλειστό, σφραγισμένο κύκλωμα ψύξης για να ξεχάσεις μια και καλή την αγγαρεία του ελέγχου και την επίσης επίπονη διαδικασία της αφαίρεσης του ψυκτικού την άνοιξη.

Renault R4 1961-1967
Η πέμπτη πόρτα, πουθενά σχεδόν απαντώμενη εκείνη την εποχή, αποκάλυπτε ένα τεράστιο χώρο φόρτωσης με επίπεδο πάτωμα που ήταν και ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας του R4.


Δοκιμαζόμενο με απόλυτη μυστικότητα και στις πιο απαιτητικές συνθήκες, το R4 παρουσιάστηκε στον Τύπο τον Ιούλιο του 1961, στους δρόμους της Camargue. Και παρά την αρνητική κριτική για την σιλουέτα του που ήταν λες και κομμένη με μαχαίρι και κάμποσους που ξενέρωσαν και χλεύασαν την πίσω πόρτα, η υποδοχή του από το κοινό ήταν θερμή. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ 122 Χρόνια Renault: Voitures à vivre [video]

Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το R4 έγινε η καλοκαιρινή ατραξιόν, ενώ το κοινό ανυπομονούσε να το συναντήσει από κοντά στο Σαλόνι του Παρισιού τον Οκτώβριο. Εκεί, η Regie γέμισε το σταντ της με μια ολόκληρη γκάμα. Έτσι το γαλλικό «μπλουτζίν» περιελάμβανε μια οικονομική έκδοση R3 (3CV), της οποίας η καριέρα αποδείχτηκε εφήμερη, το R4 (4CV), το 4L με τα έξι πλευρικά τζάμια, το επαγγελματικό Fourgonnette και τέλος το R4 Super, πιο πολυτελές, με πίσω πόρτα που έφτανε μέχρι χαμηλά αντί της θρυλικής πέμπτης πόρτας.

Renault R3 1961-1962
Το εξαιρετικά σπάνιο R3 ήταν ένα απογυμνωμένο R4 με μοτέρ 603 cc. Με παραγωγή μόνο 2.571 κομμάτια σε ένα χρόνο, σήμερα στην αγορά του κλασικού αυτοκινήτου πιάνει τα 15 χιλιάρικα!


Αυτό το τελευταίο που λανσαρίστηκε εμπορικά τον Μάρτιο του '62, φορούσε μοτέρ με την ισχύ ανεβασμένη στα 32 άλογα. Εκτός από την πόρτα που κατέβαινε χαμηλότερα, ανακλινόμενο ήταν και το κρύσταλλό της, ενώ η καμπίνα πιο φροντισμένη με καθίσματα με πιο παχιά γέμιση και ανακλινόμενο το πίσω. Αργότερα, το R4 Super θα έφτανε φτάνει τα 845 cc χωρίς αύξηση στην ισχύ του, θα φορούσε (όπως και η υπόλοιπη γκάμα) σασμάν φουλ συγχρονιζέ, αλλά το 1963 θα εξαφανιζόταν από τον κατάλογο ύστερα από παραγωγή 33.000 μονάδων.

Renault R4 1961-1967
Τα καθίσματα του R4 ήταν ένας απλός σωληνωτός σκελετός, όπως απλό ήταν και το ταμπλό αλλά με δύο πολύ μεγάλους χώρους για μικροπράγματα.


Το μικρό Renault, πολιτογραφημένο γρήγορα υπό τη γενική ονομασία «4L», όργωνε τις πόλεις και τους κάμπους, άλωνε μόδες και κοινωνικές τάξεις, για να φτάσει τελικά να εξελιχτεί σε ιερό τέρας της γαλλικής αυτοκίνησης. Ύστερα από 32 χρόνια ευδοκίμου υπηρεσίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου όμως ήρθε η ώρα να αφυπηρετήσει. Το 1992 λοιπόν υποκλίθηκε στο κοινό του, καθώς πλέον δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις νέες αντιρρυπαντικές νόρμες. Το κοντέρ της παραγωγής είχε εν τω μεταξύ γράψει πάνω από οκτώ εκατομμύρια αυτοκίνητα!

Το R4 με μια ματιά
Κινητήρας 4κύλινδρος σε σειρά, ατμοσφαιρικός, επικεφαλής βαλβίδες
Χωρητικότητα 747 cc
Τροφοδοσία Ένα καρμπιρατέρ Solex 26 IDS 
Ισχύς* 27 PS/4.700 rpm 
Ροπή* 57 Nm/2.600 rpm
Κιβώτιο Χειροκίνητο 3τάχυτο με λεβιέ στο ταμπλό
Διαστάσεις 3,61 x 1,49 x 1,53 m
Μεταξόνιο 2,42
Πορτμπαγκάζ 480 lt
Ρεζερβουάρ 26 lt
Βάρος 570 kg
Φρένα Ταμπούρα 180 mm εμπρός, ταμπούρα 160 mm πίσω 
Λάστιχα 135-330
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ*
0-100 km/h 37,1”
0-400 m 23,4” @ 88,5 km/h
0-1.000 m 45,3” @ 102 km/h
Τελική ταχύτητα 105 km/h
Κατανάλωση 5,7 lt/100 km
Παραγωγή 8.135.424 αυτοκίνητα (1961-1992)
Τιμή σήμερα Από €12.500 έως €20.000 (καλή έως κατάσταση Concours για πρώτης γενιάς ’61-’67)
*Αφορούν R4 ’63 με κινητήρα «Renault Billancourt 680-02»