Maserati A6G/54 2000 Berlinetta 1957
node/38850

Maserati A6G/54 2000 Berlinetta 1954-1957: H ωραία άγνωστη

Όμορφα ντυμένη από τον Zagato, αυτή η «berlinetta» είναι η πρώτη Maserati που έχει πραγματικό προσανατολισμό για αυτοκίνητο δρόμου. Μια πρωτοπόρος για την Τρίαινα που αδίκως την έχουμε ξεχάσει.

Από τα σπάργανα κιόλας, από το 1914 που ιδρύθηκε η Maserati, δεν ανέπνεε παρά μόνο για τους αγώνες. Την Τρίαινα διηύθυναν τα τέσσερα αδέλφια Maserati: Ο Alfieri, o Bindo, o Ettore και ο Ernesto. Αλλά αυτοί οι Ιταλοί αρτίστες της μηχανολογίας ήταν από την άλλη ανίδεοι επιχειρηματίες και κακοί διευθυντές, αντιμετωπίζοντας ασταμάτητα «άλυτα» οικονομικά προβλήματα. 

Αρχής γενομένης από το 1933, σε συνέχεια του θανάτου του Alfieri που ήταν η πραγματική ψυχή της εταιρείας, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Τρίαινα πέρασε στον έλεγχο της οικογένειας Orsi. Ο Adolfo Orsi και ο γιος του Omer διατήρησαν τα τρία αδέλφια στην τεχνική διεύθυνση της εταιρείας. Επιπλέον είχαν την ιδέα να προσδώσουν στη Maserati και μια άλλη, πιο εμπορική διάσταση.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος καθυστέρησε τα σχέδιά τους, αλλά, το 1946, λανσάρισαν μια πρωτότυπη μπαρκέτα δρόμου στο σαλόνι Αυτοκινήτου της Γενεύης. 

Maserati A6G/54 2000 Berlinetta 1957
Ανθεκτική αλλά και λεπτοκαμωμένη, αυτή η Maserati ανεβάζει το κοντέρ της μεταξύ 190 και 220 km/h, ανάλογα με την κλιμάκωση του σασμάν που θα επιλεγεί από τον ιδιοκτήτη της.


Maserati χωρίς τους… Maserati
Αυτή η μετάλλαξη προς τον «Μεγάλο Τουρισμό» σημάδεψε και τη ρήξη με το παρελθόν που ήταν αποκλειστικά προσανατολισμένο στους αγώνες. Συνέπεσε μάλιστα με την αποχώρηση των τριών αδελφών από τα τεχνικά πράγματα της εταιρείας, οι οποίοι θέλησαν να εμπλακούν εκ νέου στους αγώνες με τη νέα φίρμα τους, την Osca. 

To πρώτο μοντέλο της Τρίαινας με τον κωδικό Α6, όπου το «Α» απέδιδε τιμή στον Alfieri και το «6» αντιπροσώπευε το 6κύλινδρο μοτέρ, ήταν μάλλον ντροπαλό στην απόδοσή του. Από 1.500 κυβικά έβγαζε 65 άλογα, ενώ η μεγαλύτερη, δίλιτρη έκδοσή του μόλις έφτανε τα 80. Και γι’ αυτόν τον λόγο παρέμεινε εμπιστευτικό.

Maserati A6G/54 2000 Berlinetta 1957
Ενδιαφερόμενος σφόδρα για την αεροδυναμική των καροσερί, ο Zagato παρέμεινε πιστός στις εκλεπτυσμένες γραμμές του. Το ελαφρύ αλουμινένιο πέτσωμα του αυτοκινήτου είναι τόσο νηφάλια ρευστό όσο και κομψό.


Τα πράγματα άλλαξαν, παίρνοντας σοβαρή τροπή, με την έλευση του μηχανολόγου Gioacchino Colombo. Μην ξεχνάμε ότι ο Colombo είχε ήδη στο παλμαρές του το σχεδιασμό των θρυλικών Alfa Romeo Alfetta, διπλών παγκόσμιων πρωταθλητριών το 1950 και το 1951.

Υπό την καθοδήγηση και την επιρροή του Colombo, το 6κύλινδρο μοτέρ της A6 ανέπνεε πλέον με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και τρία διπλά καρμπιρατέρ Weber 40 DCO 3 που έριχναν στους κυλίνδρους βενζίνη που αναφλεγόταν από 12 μπουζί. Μια βαθιά ανάσα που ανέβασε την ισχύ του 6κύλινδρου κινητήρα στα 150 άλογα.

Maserati A6G/54 2000 Berlinetta 1957
Το 6κύλινδρο σε σειρά δίλιτρο μοτέρ ανασχεδίασε ο Gioacchino Colombo και εκτοξεύτηκε από τα 80 στα 150: 2 ΕΕΚ, τρία διπλά καρμπιρατέρ και δύο μπουζί ανά κύλινδρο.


Κούκλα διά χειρός Zagato
Το 1954, το δυνατό αυτό μοτέρ μπήκε στο μηχανοστάσιο ενός κουπέ με μάλλον αδέξια καροσερί που επιμελήθηκε και έντυσε η τορινέζικη carrozzeria του Serafino Alemano, σε σχέδιο του Giovanni Michelotti που εργαζόταν τότε εκεί. Αλλά το καλύτερο δεν είχε έρθει ακόμη: Η εκδοχή που παρουσίασε ο Elio Zagato στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Παρισιού το 1955. 

Υπέροχη με τη μεγάλη φαρδιά μάσκα στολισμένη με μια εξίσου μεγάλη τρίαινα, τα φουσκωμένα φτερά και τη σιλουέτα της εξ ολοκλήρου σε στρογγυλεμένα μοτίβα, η A6G/54 2000 Berlinetta ενεγράφη με το «καλημέρα» στο albo d’oro των πιο επιτυχημένων αισθητικά αυτοκινήτων της εποχής της.

Maserati A6G/54 2000 Berlinetta 1957
Το σπορ ντεκόρ στην καμπίνα δεν έχει τίποτα το λιτό. Τα δερμάτινα καθίσματα, οι δερμάτινες επενδύσεις στις πόρτες και οι δερμάτινες γαρνιτούρες στο ταμπλό δημιουργούν ένα φιλόξενο περιβάλλον.


Μπερλινέτα ράτσας, αυτή η Maserati ήταν ταυτόχρονα ένα καθαρόαιμο σπόρτσκαρ με τα 150 άλογα και τις οδικές δεξιότητές της. Παίζοντας παιχνίδι στα ίσα με τις Ferrari 166, διέγραψε μια πετυχημένη πορεία, παρόλο που τα 60 κομμάτια της μπορεί να ακούγονται σήμερα κάπως απογοητευτικό νούμερο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κατηγορία των GT μόλις γεννιόταν. 

Με 60 κομμάτια είναι λογικό η τιμή μιας Α6G/54 2000 να είναι αστρονομική. Ειδικά μιας από τις 20 μπερλινέτες του Ζagato -19 για την ακρίβεια, μιας και o καροσερίστας τη μία τη μετασκεύασε σε κουπέ ύστερα από ατύχημα που είχε ο ίδιος. Προφανώς εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με αυτοκίνητα σε αποδεκτή και πολύ καλή κατάσταση.

Εξ όσων γνωρίζουμε όλα τα κομμάτια που κυκλοφορούν κατά καιρούς στις διεθνείς δημοπρασίες είναι «Concours», με άλλα λόγια έτοιμα για διεθνή Concours d’Élegance. Οπότε ανάλογη είναι και η τιμή, που αποκλείεται να πέσει κάτω από τα 4,3 εκατ. ευρώ. Για την Ιστορία να πούμε ότι από τα υπόλοιπα 40 κομμάτια, τα 21 ήταν κουπέ της Carrozzeria Allemano, ενώ επτά κουπέ και 12 Gran Sport Spyder έντυσε ο Pietro Frua.

Maserati A6G/54 2000 Berlinetta 1957

Η Maserati A6G/54 2000 Berlinetta με μια ματιά
Κινητήρας 6κύλινδρος σε σειρά, 2 ΕΕΚ, δύο μπουζί ανά κύλινδρο
Χωρητικότητα 1.986 cc
Τροφοδοσία Τρία διπλά καρμπιρατέρ Weber 40 DCO 3
Ισχύς 150 PS/6.000 rpm
Ροπή 167 Nm/5.000 rpm
Διαστάσεις 4,55 x 1,62 x 1,40 m
Ρεζερβουάρ 70 lt
Βάρος 1.140 kg
Λάστιχα 6.00-16
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
0-100 km/h 12,6”
0-400 m 18,8” @ 129 km/h
0-1.000 m 33,4” @ 163 km/h
Τιμή σήμερα €4,5 εκατ. (Concours)

Οι φωτογραφίες της Maserati A6G/2000 Berlinetta Zagato είναι της Karissa Hosek, με την ευγενική χορηγία του οίκου RM Sotheby’s 

node/39101
Ventouri 260 Atlantique

Venturi 210 & 260 1984-1994: Κόντρα στον καιρό

Καλοαναθρεμμένα και καλά φτιαγμένα, τα Venturi μπορούσαν να τα βάλουν με τα καλύτερα GT της εποχής τους. Ελλείψει φήμης όμως, η πορεία τους είχε κοντά ποδάρια…

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

Venturi 210 & 260 1984-1994: Κόντρα στον καιρό

Διεθνές Σαλόνι του Παρισιού 1984. Στο περιθώριο των τεράστιων κατασκευών με τα αχανή σταντ που φιλοξενούσαν τους μεγάλους της παρισινής έκθεσης, ένα σταντ, μόλις και μετά βίας ταπεινό, προκαλούσε την περιέργεια των επισκεπτών. Κάτω από τη μαρκίζα που έγραφε «Ventury», με την ορθογραφία όπως την βλέπετε, με ένα «y», φιγουράριζε ένα κεντρομήχανο κουπέ. 

Με το «καλημέρα», ο σπορ προσανατολισμός του αυτοκινήτου ήταν δεδηλωμένος. Δημιούργημα του πάθους δύο ανθρώπων, του Gérard Godfroy και του Claude Poiraud, σχεδιαστή και μηχανικού αντίστοιχα, τράβηξε το ενδιαφέρον του Hervé Boulan, ενός επενδυτή o οποίος και κατάρτισε ένα σχέδιο παραγωγής. 

Στη συνέχεια όλα εξελίχτηκαν πολύ γρήγορα, με τη δημιουργία της MVS -Manufacture de Voitures de Sport- και την κατασκευή ενός πρωτοτύπου που φορούσε κινητήρα από Peugeot 505 Turbo. To δημιούργημα αυτό, πολύ βιοτεχνικό, εγκαταλείφθηκε εις όφελος ενός πιο φιλόδοξου πρότζεκτ που για καρδιά του θα είχε τον V6 Turbo PRV, το ίδιο 3λιτρο μοτέρ που φορούσε το Renault 25 V6 Turbo.

Ventouri 260 Atlantique
Ταχύτατο και ομοιογενές, το 260 με τον V6 PRV τούρμπο 2.8 αναδείχτηκε στην πιο επιτυχημένη έκδοση της σύντομης εποποιίας της Venturi.


Τους τρεις άνδρες ήρθε να συνδράμει ο Jean Rondeau. O οδηγός, κατασκευαστής και νικητής των 24 Ωρών του Le Mans του 1980, ενεπλάκη με τη σειρά του σε αυτήν την περιπέτεια για να εξελίξει το σασί και τις αναρτήσεις. Κοντά σε αυτόν και ο Jean-Pierre Beltoise και ο Mauro Bianchi, παλιός οδηγός της Alpine Renault, που συμμετείχαν στις πρώτες δοκιμές εξέλιξης στον δρόμο. 

Με λανσάρισμα το 1986, η τελική έκδοση παραγωγής της Venturi επιβλήθηκε μονομιάς ως μια αδιαμφισβήτητη αισθητική επιτυχία. Προκαλώντας τη σιλουέτα της Lotus Esprit, η γραμμή του αυτοκινήτου συνταίριαζε τη λιτή γοητεία και τα πολύτιμα αεροδυναμικά στοιχεία που του εξασφάλιζαν το καλό πάτημα στον δρόμο σε υψηλή ταχύτητα.

Με αυτοφερόμενο πλαίσιο μεγάλης στρεπτικής ακαμψίας και κοφτερό εμπρός σύστημα με διπλά ψαλίδια και πολλαπλούς συνδέσμους πίσω, η Venturi 260 έκανε πάρτι επίσης και στις φιδίσιες διαδρομές. Σχεδόν σωστό σε επιδόσεις με τον «γηραλέο» κινητήρα PRV, ωρίμασε για τα καλά το 1990, υιοθετώντας τον 2.8 V6 τούρμπο. Ισχυρό, γρήγορο και ελαστικό (430+ Nm από τις 2.000 rpm), αυτό το Venturi φιγουράριζε ανάμεσα στα δέκα ταχύτερα αυτοκίνητα στον κόσμο.

Ventouri 260 Atlantique
Παρότι το μοτέρ δεν είχε ευγενική καταγωγή, έφτανε και αρκούσε στο Venturi για να τα βάζει στον δρόμο με ό,τι καλύτερο (και ακριβότερο) κυκλοφορούσε στην πιάτσα των GT.


Σε αντίθεση όμως με τα δυναμικά πλεονεκτήματα και τη σοβαρότητα στην κατασκευή του, η εμπορική επιτυχία του σημείωνε χαμηλές πτήσεις, αφενός λόγω της ορατότητας, αφετέρου λόγω έλλειψης ενός πραγματικού δικτύου διανομής.

Οι δυσκολίες αυτές έκοβαν την όρεξη όσων θα ήθελαν να επενδύσουν στη διανομή της Venturi ή των εμπόρων που ήδη διατηρούσαν επιχειρήσεις που εμπορεύονταν εξωτικά ή λιγότερο εξωτικά αυτοκίνητα. Κατάσταση που οδήγησε μοιραία στη διακοπή του εγχειρήματος το 1999. Και την κήρυξη πτώχευσης το 2000.

Την ίδια χρονιά, ο Μονεγάσκος Gildo Pallanca Pastor αγόρασε τη Venturi και αποφάσισε να επικεντρωθεί στους ηλεκτροκινητήρες. Αυτή η αλλαγή προσανατολισμού ήταν που γέννησε το περιορισμένης παραγωγής Fétish, το πρώτο ηλεκτρικό σπόρτσκαρ στον κόσμο. Η υποδοχή του Fétish ήταν ενθουσιώδης από το κοινό, οδηγώντας σε ακόμη πέντε καινοτόμα, πρωτότυπα αυτοκίνητα.

Ventouri 260 Atlantique
Καθαρό και λιτό όπως οι γραμμές του αυτοκινήτου, τo ταμπλό και η ατμόσφαιρα της καμπίνας γενικότερα ξεχώριζαν για το καλό γούστο που συνδυαζόταν με ακριβό δέρμα και -κατά περίπτωση- ξύλο -δείτε στην γκάλερι.


Ο ηλεκτρικός πυρετός της Venturi ήταν που την ώθησε να γίνει η πρώτη ομάδα που εντάχθηκε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Formula Ε, υπό την ονομασία ROKiT Venturi Racing, με οδηγούς τους Felipe Massa και Edoardo Mortara. Σήμερα, η Venturi ειδικεύεται στην εξέλιξη ηλεκτρικών οχημάτων υψηλής απόδοσης που προορίζονται να σπάσουν ρεκόρ ή να λειτουργήσουν σε ακραίες συνθήκες.

Έναν χρόνο πριν η «θερμική» Venturi κατεβάσει ρολά, τον Ιούλιο του 1998, είχα την τύχη να γνωρίσω τον αντιπρόσωπό της στο Χονγκ Κονγκ. Επρόκειτο για μια τελείως τυχαία γνωριμία, καθώς πιάσαμε κουβέντα στην επίσημη παρουσίαση της Maserati 3200GT στο Polo de Paris. H γνωριμία μας συνεχίστηκε σε ένα εκπληκτικό κινεζικό εστιατόριο (δεν το ’πιανε το μάτι σου) στο 17ο Διαμέρισμα του Παρισιού και την άλλη μέρα που διαμεσολάβησε για να μου δώσουν να κάνω βόλτα με μια Venturi 300 Atlantique. Παίρνοντας έτσι μυρωδιά την ευκαιρία που χάθηκε και, στο μέτρο του δυνατού, που αντιλήφθηκα τη σοβαρότητα της κατασκευής αυτών των αυτοκινήτων.

Ventouri 260 Atlantique

Αν σήμερα θελήσει κάποιος να αποκτήσει μια Venturi 210 ή 260, η υπόθεση δεν είναι πανάκριβη. Για μια 260 Coupé SPC σε πολύ καλή κατάσταση η τιμή δεν υπερβαίνει τις 50 χιλιάδες, ενώ για μια 260 Atlantique θα χρειαστεί μέχρι 70.000. Για μια 210 η τιμή είναι ελαφρώς πιο χαμηλή. 

H Venturi 260 με μια ματιά
Κινητήρας 6κύλινδρος σε V, τούρμπο, στο κέντρο
Χωρητικότητα 2.849 cc
Τροφοδοσία Ψεκασμός πολλαπλών σημείων Renix-EIA, τούρμπο Garrett T3, ιντερκούλερ
Ισχύς 260 PS/5.750 rpm 
Ροπή 432 Nm/2.000 rpm
Κιβώτιο Χειροκίνητο 5τάχυτο
Διαστάσεις 4,09 x 1,70 x 1,17 m
Μεταξόνιο 2,4 m
Ρεζερβουάρ 90 lt
Βάρος 1.265 kg
Φρένα Αεριζόμενα δισκόφρενα σε όλους τους τροχούς, 280 mm εμπρός και πίσω 
Λάστιχα Michelin MXX 205/55 ZR16 εμπρός, Michelin MXX 245/55 ZR16 πίσω
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
0-100 km/h 5,2”
0-400 m 13,2”
0-1.000 m 24,4”
Τελική ταχύτητα 270 km/h
Κατανάλωση 11,3 lt/100 km
Παραγωγή 264 αυτοκίνητα (1984-1994)
Τιμή σήμερα Από €60.000 έως €75.000 (πολύ καλή έως άριστη κατάσταση) 

node/39087

Στην παραγωγή ξανά η Aston Martin DB5 του James Bond

Η Aston Martin DB5 που οδηγούσε ο James Bond ξαναβγαίνει σε 25 αντίτυπα, με όλα τα gadget του «007» και εξωφρενική τιμή.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020 | Αλέξης Γαλανόπουλος Επικοινωνία

Στην παραγωγή ξανά η Aston Martin DB5 του James Bond

Η Aston Martin είχε αποκαλύψει εδώ και καιρό τα σχέδιά της για την κατασκευή κάποιων DB5 με τις προδιαγραφές που είχε το αυτοκίνητο του James Bond στην ταινία Goldfinger. Και σήμερα, 55 χρόνια μετά την κατάργηση της DB5, η παραγωγή αυτών των 25 πολύ ξεχωριστών αυτοκινήτων έχει ξεκινήσει.

Η Aston Martin DB5 Goldfinger κατασκευάζεται από το Heritage Division της φίρμας, σε συνεργασία με την EON Productions, την εταιρία παραγωγής των ταινιών James Bond. Κι αυτό γιατί αυτό το «continuation» θα περιλαμβάνει πολλά από τα gadget που είχε και το αυτοκίνητο του Βρετανού πράκτορα, όπως μηχανισμούς δημιουργίας καπνού και ψεκασμού λαδιού πίσω, αναδιπλούμενες πινακίδες κυκλοφορίας, πυροβόλα που αναδύονται από το εμπρός μέρος (μη ενεργά…), οθόνη ραντάρ στο ταμπλό κ.ά.

Για την κατασκευή της «νέας» DB5 συνδυάζεται η προσοχή στη λεπτομέρεια που είχαν οι χειροποίητες Aston Martin εκείνης της εποχής με τη μοντέρνα, σημερινή τεχνολογία, και απαιτούνται 4.500 ώρες δουλειάς. Δεν πρόκειται για αποκατάσταση παλιών DB5, αλλά για καινούργια αυτοκίνητα, φτιαγμένα από το μηδέν, με ατσάλινο πλαίσιο και αλουμινένιο αμάξωμα. Κάτω από το καπό βρίσκεται ένας ατμοσφαιρικός, 5λιτρος 6κύλινδρος με τρία διπλά καρμπιρατέρ SU, που αποδίδει περίπου 290 PS. Το 5άρι κιβώτιο είναι της ZF, και στέλνει την κίνηση σε ένα μηχανικό μπλοκέ διαφορικό.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Σε δημοπρασία η Aston Martin DB5 του James Bond [video]

Η Aston Martin DB5 Goldfinger απευθύνεται στους πιο φανατικούς αλλά και πιο εύπορους φίλους του James Bond, αφού η τιμή της αγγίζει τα €3.000.000 προ φόρων. Μάλιστα, οι 25 αγοραστές δεν θα μπορούν να χαρούν το νέο τους απόκτημα όπου θέλουν, αφού η DB5 Goldfinger δεν διαθέτει έγκριση τύπου για έκδοση πινακίδων και κυκλοφορία στο δρόμο!

Ο υπεύθυνος του Heritage Division της φίρμας, Clive Wilson, δήλωσε: «Είμαστε ενθουσιασμένοι που βλέπουμε την πρώτη νέα DB5 να παίρνει σιγά-σιγά την τελική της μορφή. Έχουν περάσει πάνω από 50 χρόνια από τότε που φτιάχτηκε εδώ ένα τέτοιο μοντέλο. Σήμερα γινόμαστε μέρος της ιστορίας της Aston Martin, κάνουμε κάτι για το οποίο θα έχουμε να λέμε στα εγγόνια μας».

Υπενθυμίζουμε ότι η DB5 Goldfinger αποτελεί το δεύτερο μοντέλο «continuation» της Aston Martin, μετά από την DB4 GT.

[Πηγή: Aston Martin]