node/13531

Valentino Balboni: Συνέντευξη με το ζωντανό θρύλο της Lamborghini

Δεν έχει ζήσει απλώς την ιστορία της Lamborghini καθώς αυτή γράφονταν. Ο Valentino Balboni συμπλήρωνε κιόλας τις δικές του γραμμές μαζί με το φίλο του Ferruccio.

O Valentino Balboni, ο θρυλικός δοκιμαστής της Lamborghini επί 40 χρόνια βρέθηκε στην Ελλάδα καλεσμένος του 7ROADS club και φυσικά δεν χάσαμε την ευκαιρία.

Η τελευταία Lamborghini που είχε εξελίξει ήταν η Diablo. Συμμετείχε και στα πρώτα στάδια του project από το οποίο προέκυψε η Murcielago, αλλά δεν ήταν εκείνος που το ολοκλήρωσε. Συνέχισε να εργάζεται για τη Lamborghini ως σύμβουλος και, κυρίως, ως πρεσβευτής της μάρκας ως το 2008. Ημερομηνία που, επισήμως τουλάχιστον, παραιτήθηκε όπως ορίζει η ιταλική νομοθεσία.

Είναι αναπόσπαστο κομμάτι του DNA της φίρμας. Παρών από τις πρώτες μέρες της εταιρείας, από το μακρινό 1968. Δεν μπορώ παρά να τον ρωτήσω πώς ήταν να δουλεύεις με τον Ferruccio.

Χαμογελάει… «Ξέρω τι λένε. Ότι ήταν δύσκολος άνθρωπος. Όντως ήταν. Είχε δυνατά συναισθήματα, θύμωνε, φώναζε, ήταν παθιασμένος. Αλλά ήταν πολύ καλός με τους εργαζόμενους. Δεν είχε μιλήσει ποτέ άσχημα σε κανέναν. Kαι ήξερε πώς να τους δίνει κίνητρο, έτσι ώστε ο καθένας να βγάζει τον καλύτερο εαυτό του. Είχε αυτό το χάρισμα».

«Πιστεύεις ότι η εξέλιξη της εταιρείας θα ήταν η ίδια, αν ζούσε περισσότερα χρόνια και κρατούσε τη διοίκηση;», ήταν η επόμενη ερώτηση. «Σίγουρα όχι», απαντά χωρίς να το πολυσκεφτεί ο Valentino. Δεν θα ήθελε να πουλήσει την εταιρεία. Όμως αυτή τη στιγμή είναι πολύ καλό για τη Lamborghini που είναι μέλος ενός μεγάλου ομίλου. Ειδικά από τη στιγμή που αυτό δεν έχει επηρεάσει την προσωπικότητα της εταιρείας και το χαρακτήρα των αυτοκινήτων. Βέβαια, κάποια πράγματα έχουν αλλάξει, διότι έπρεπε».

Και τότε, ο φίλος Νίκος Κουμπής, ο άνθρωπος του 7ROADS club που δούλεψε πολύ (έπαιξαν ρόλο τα άπταιστα ιταλικά του) έτσι ώστε ο Valentino να έρθει στην Ελλάδα, θυμάται μια από εκείνες τις ιστορίες που κινούνται στα όρια του μύθου και της πραγματικότητας. Ο Balboni πάντως προσυπογράφει...

Ο Lamborghini ήθελε να παραδίδει αυτοπροσώπως τα αυτοκίνητα στους πελάτες. Κλείνονταν το ραντεβού λοιπόν και όταν για κάποιους λόγους η παραγωγή δεν ήταν συνεπής, ο εγωισμός του Ferruccio δεν του επέτρεπε να το αναβάλει. Υποδέχονταν λοιπόν τον πελάτη στο εργοστάσιο και φρόντιζε να περάσει ευχάριστα όσο ετοίμαζαν το αυτοκίνητο υπ’ ατμόν. Κάποιοι χρειάζονταν τελικά να περάσουν δύο τρεις μέρες στην SantAgata Bolognese. Οι πιο τυχεροί έφευγαν το ίδιο βράδυ. Αργά! Ή νωρίς το πρωί της επόμενης. Έβγαιναν λοιπόν στην πύλη ο Ferruccio, ο Balboni και κάποιοι άλλοι. Αν έπαιρνε εμπρός το αυτοκίνητο μπορούσαν να πάρουν μια ανάσα. Μόνο μία. Και ύστερα παρακολουθούσαν τον ιδιοκτήτη να φεύγει χωρίς να αναπνέουν. Μπροστά από το εργοστάσιο υπάρχει ακόμη και σήμερα μια τεράστια ευθεία, αριστερά οδηγεί στη Modena, δεξιά στην Bologna. Όποια κι αν ήταν η κατεύθυνση, οι δώδεκα κύλινδροι ακούγονταν από χιλιόμετρα μακριά μέσα στην ησυχία της νύχτας στην εξοχή της Emiglia Romana. 1η, 2η, 3η… και οι στροφές να ανεβαίνουν. 4η…, μόλις κούμπωνε και η 5η ο Ferruccio άναβε τσιγάρο και οι υπόλοιποι είχαν την άδεια του να αναπνεύσουν κανονικά. «Πάμε, δεν θα γυρίσει…», έλεγε και γύριζε την πλάτη του στον δρόμο.

Θυμάμαι άλλη μία, που είχα ακούσει σε μια παλαιότερη επίσκεψή μου στο μουσείο της Lamborghini. Αφορά στην παρουσίαση της 350 ή της 400 GT, λίγη σημασία έχει. Ο Valentino χαμογελάει και αφηγείται…

«Λίγες μέρες πριν την Γενεύη, όταν έφεραν τον κινητήρα για να τον βάλουμε στο αμάξωμα, οι σχεδιαστές διαπίστωσαν ότι… δεν χώραγε. Έπρεπε να αναβάλλουμε την παρουσίαση ή να σκεφτούμε κάτι. Τότε ο Ferruccio είπε να βάλουν ένα κουτί με πέτρες στο χώρο του κινητήρα για να χαμηλώσει η μούρη, όπως θα ήταν κανονικά. Και φόρτωσε το αυτοκίνητο για την Ελβετία. Για δέκα μέρες στην έκθεση, όταν ερχόταν κάποιος και του ζητούσε να ανοίξει το αυτοκίνητο για να το δει του έλεγε, «ένας ηλίθιος μηχανικός πήγε σπίτι με τα κλειδιά στην τσέπη». Το τραπέζι μας ξεσπά σε γέλια.

Μια μέρα στο γραφείο
Ανάμεσα σε αυτά που δεν θα είχαν αλλάξει αν είχε το κουμάντο ο Ferruccio, μήπως θα ήταν και η στροφή της εταιρείας προς την τετρακίνηση; Ποια είναι η γνώμη του Balboni;

«Στην αρχή ήμουν κι εγώ αρνητικός. Δεν ήθελα την Diablo τετρακίνητη. Όταν δοκίμασα την τετρακίνηση και είδα ότι αφήνει αρκετό περιθώριο στον οδηγό, ότι δεν πνίγει την ευχαρίστηση, συμφώνησα».

Πρόσφατα μιλούσα με κάποιους από την ομάδα των εξελικτών της BMW. Μου έλεγαν ότι με τα κομπιούτερ και τα εργαλεία προσομοιώσεων που έχουν σήμερα, το πρωτότυπο πατά τους τροχούς του στο δρόμο έτοιμο σχεδόν κατά το 80% σε σχέση με το τελικό προϊόν. Πώς ήταν άραγε το πρωτότυπο Νο1 της Countach που συναρμολόγησαν και το έδωσαν στον Balboni για την πρώτη δοκιμή στο δρόμο; Πόσο διαφορετικό ήταν σε σχέση με το αυτοκίνητο παραγωγής;  Το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν φημίζονταν ούτε για την ευκολία οδήγησης ούτε για την ασφαλή συμπεριφορά του στο όριο…

«Ήταν 100% διαφορετικό», λέει ακουμπώντας πίσω στη καρέκλα του και ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια του. «Πραγματικός εφιάλτης»! «Και τι έκανες;», ρωτάω. Σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό και κάνει έναν μεγάλο σταυρό, αργά και κατανυκτικά. «Αυτό», μου απαντά με ύφος –σοβαρεύει, κάπως- ανθρώπου που έχουν δει πολλά τα μάτια του. Και κάποια από αυτά πρέπει ακόμη να του φέρνουν τρόμο.

Όμως το αυτοκίνητο που φέρει το όνομά του είναι πισωκίνητο. «Ξέρεις, με κορόιδεψαν τα παλιόπαιδα. Οι μηχανικοί. Μου λένε έχουμε ένα πρότζεκτ, μια πισωκίνητη Gallardo και θέλουμε την άποψή σου. Δέχτηκα ευχαρίστως. Δεν ήξερα περί τίνος επρόκειτο. Ζήτησα κάποιες αλλαγές. Πιο μαλακά ελατήρια, για παράδειγμα. Δεν μπορούσε να γίνει μου είπαν λόγω κόστους και χρονοδιαγράμματος για την παρουσίαση κ.λπ. Ζήτησα και κάποιες αλλαγές στη γεωμετρία της ανάρτησης που έγιναν. Και διαφορετική γόμα ελαστικών. Της 4κίνητης έκδοσης τα λάστιχα ήταν πολύ μαλακά και τέλειωναν γρήγορα. Εκτός του ότι έπεφτε η απόδοσή τους όταν οδηγούσες γρήγορα για αρκετά χιλιόμετρα, τέλειωναν μετά από 8.000 – 9.000 km, έσκαγαν. Τέλος πάντων… Πέρασε λίγος καιρός και μια μέρα με κάλεσαν σε μια παρουσίαση. Ήταν για την Gallardo Valentino Balboni Edition. Συγκινήθηκα φυσικά…»

Συγκινείται ακόμη και τώρα που το διηγείται. Αυτός είναι ο άνθρωπος πίσω από το θρύλο. Ένας αγνός, ρομαντικός λάτρης της αυτοκίνησης, με προσωπικότητα δυνατή όσο των ταύρων που έχει δαμάσει, αλλά μηδέν ύφος. Τιμή μας που τον γνωρίσαμε. Και που έχουμε την υπογραφή του στην δοκιμή της πορτοκαλί Gallardo με το όνομά του που είχαμε δοκιμάσει στο DRIVE 166. Ευχαριστούμε θερμά το 7ROADS club που μας έδωσε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε από κοντά.

TAGS