node/36581

Opel Diplomat «B» 1969-1977

Επιβλητικές διαστάσεις, μεγάλο μοτέρ V8… Amerikanische… Το Diplomat, ο ευρωπαϊκός κλώνος της Chevrolet Chevelle, ήταν το τελευταίο «αμερικανικό αμάξι» που θρονιάστηκε στην κορυφή της γκάμας της Opel.

Στην ανατολή του ’60, η οικονομική κατάσταση βελτιωνόταν ραγδαία στη Γερμανία. Εκμεταλλευόμενη το γεγονός, η Opel προχώρησε σε ένα φιλόδοξο σχέδιο ανανέωσης της κορυφής στην γκάμα της. Με τη γερμανική εταιρεία να είναι θυγατρική της General Motors, το χορό της ανανέωσης έσυρε το Kapitän, ξαδέλφι της Chevrolet Chevelle, με 6κύλινδρο μοτέρ. Αργότερα, πλαισιώθηκε από το Admiral, πιο πολυτελές και, τέλος, από το Diplomat, κορωνίδα της γκάμας με το μηχανοστάσιο γεμάτο από έναν κινητήρα V8. 

Ισχυρό, γρήγορο (ξεπερνούσε τα 200 km/h στην ευθεία), αλλά και βαρύ (πάνω από 1.600 κιλά), το Diplomat έπαιξε πρωτίστως το χαρτί της αμερικανικής άνεσης και πολυτέλειας. Παρόλα αυτά το μέγεθος του μοντέλου ήταν ξένο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ωστόσο, η δελεαστική τιμή το βοήθησε να σημειώσει μια συμπαθητική εμπορική πορεία, χωρίς ποτέ όμως να γίνει σοβαρός αντίπαλος για τις μεγάλες Mercedes-Benz.

Opel Diplomat «B»
Επιβλητικό με τα πέντε μέτρα μήκος, το Diplomat δεν μπορούσε να κρύψει την αμερικανική καταγωγή του. 


Γενικότερα όμως, η γκάμα KAD όπως είναι γνωστή (Kapitän, Admiral, Diplomat), το μεγάλο μέρος των πωλήσεών της το σημείωσε στη Γερμανία και στις άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές. Ωστόσο και παρά την ασυναγώνιστη σχέση τιμής/εξοπλισμού, τα μεγάλα Opel με τους «αγροτικούς» κινητήρες και την ανέμπνευστη γραμμή πλήττονταν σκληρά από έναν ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, σαφώς πιο μοντέρνο και λιγότερο ενεργοβόρο. 

Τελευταίο χαρτί
Το 1969 και απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η Opel αντέδρασε ανανεώνοντας την γκάμα KAD. Στο φαίνεσθαι, υπήρχε μια νέα καροσερί με λιγότερη τυποποίηση «sixties» και σαφώς πιο κομψή.

Opel Diplomat «B»
Το μεγάλο Diplomat προερχόταν από τη Chevrolet Chevelle που, για τα αμερικανικά δεδομένα, ήταν ένα μεσαίου μεγέθους σεντάν -το full sized ήταν η Impala.


Για το Diplomat B Series ειδικά, που ξεχώριζε για τα κάθετα φανάρια του, η ανανέωση προχωρούσε βαθύτερα.

Εξοπλισμένο με τέσσερα αεριζόμενα δισκόφρενα (μια πρώτη για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) και με ανεξάρτητη ανάρτηση και στους τέσσερις τροχούς, απέδιδε επιτέλους 230 άλογα από τον 8κύλινδρο κινητήρα. 

Opel Diplomat «B»
Ο μεγάλος V8 με τα 230 άλογα κινούσε τη μεγάλη μπερλίνα της Opel χωρίς κόπο, με καλές επιταχύνσεις για το αυτόματο 3άρι GM Turbo Hydramatic THM-400  και με πάνω από 200 km/h στις ευθείες.


Και, παρόλο που με τα πέντε μέτρα και τα 1.700 κιλά του, το Diplomat κινείτο αδέξια στους απαιτητικούς δρόμους, αποδεικνυόταν ανταγωνιστικό έναντι πολυάριθμων Ευρωπαίων αντιπάλων του σε δρόμους με ανοιχτές καμπές. Γρήγορο μιας και έφτανε τα 205 km/h φιλοξενούσε τους επιβάτες του σε ένα σαφώς άνω του μέσου όρου εσωτερικό, εξολισμένο πληθωρικά για τα μέτρα της εποχής: Υδραυλικό τιμόνι, ηλεκτρικά παράθυρα, θερμαινόμενο πίσω τζάμι… 

Opel Diplomat «B»
Ευρύχωρη, η καμπίνα παρείχε άνεση υψηλού επιπέδου με καθίσματα-πολυθρόνες και εξοπλισμό πρώτης γραμμής. 


Με δελεαστική τιμή, έκανε μια καλή εμπορική αρχή. Ιδιαίτερα λαίμαργο σε βενζίνη, όπως τα περισσότερα μεγάλα αυτοκίνητα της εποχής, δεν άντεξε την πετρελαϊκή κρίση. Οι πωλήσεις από το 1974 και ύστερα κατακρημνίσθηκαν με ποσοστό πάνω από 80%. Ύστερα από τρία αργά και βασανιστικά χρόνια εξαφανίστηκε από την γκάμα της Opel, δίνοντας τη θέση του στο καινούργιο Senator, με την πιο ευρωπαϊκή λογική, αλλά και χωρίς καμία προσωπικότητα.

Το Diplomat Β με μια ματιά
Κινητήρας V8
Κυβισμός 5.354 cc
Κιβώτιο ταχυτήτων 3τάχυτο αυτόματο
Ισχύς 230 PS/4.700 rpm
Ροπή 475 Nm/2.800 rpm
0-100 km/h 8,5”
Τελική ταχύτητα 205 km/h
Διαστάσεις 4,92 x1,85 x 1,45 m
Πορτμπαγκάζ 475 lt
Βάρος 1.690 kg
Κατανάλωση υπεραστική/πόλη/εθνική/μέση 13,7-16,4 / 24,5-29,4 / 15,3-18,4 / 19,4 lt/100 km
Παραγωγή 18.725 αυτοκίνητα (1969-1977)
Τιμή σήμερα €25.000-32.000 (άριστη κατάσταση)

node/39101
Ventouri 260 Atlantique

Venturi 210 & 260 1984-1994: Κόντρα στον καιρό

Καλοαναθρεμμένα και καλά φτιαγμένα, τα Venturi μπορούσαν να τα βάλουν με τα καλύτερα GT της εποχής τους. Ελλείψει φήμης όμως, η πορεία τους είχε κοντά ποδάρια…

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020 | Γιάννης Κουτσουφλάκης Επικοινωνία

Venturi 210 & 260 1984-1994: Κόντρα στον καιρό

Διεθνές Σαλόνι του Παρισιού 1984. Στο περιθώριο των τεράστιων κατασκευών με τα αχανή σταντ που φιλοξενούσαν τους μεγάλους της παρισινής έκθεσης, ένα σταντ, μόλις και μετά βίας ταπεινό, προκαλούσε την περιέργεια των επισκεπτών. Κάτω από τη μαρκίζα που έγραφε «Ventury», με την ορθογραφία όπως την βλέπετε, με ένα «y», φιγουράριζε ένα κεντρομήχανο κουπέ. 

Με το «καλημέρα», ο σπορ προσανατολισμός του αυτοκινήτου ήταν δεδηλωμένος. Δημιούργημα του πάθους δύο ανθρώπων, του Gérard Godfroy και του Claude Poiraud, σχεδιαστή και μηχανικού αντίστοιχα, τράβηξε το ενδιαφέρον του Hervé Boulan, ενός επενδυτή o οποίος και κατάρτισε ένα σχέδιο παραγωγής. 

Στη συνέχεια όλα εξελίχτηκαν πολύ γρήγορα, με τη δημιουργία της MVS -Manufacture de Voitures de Sport- και την κατασκευή ενός πρωτοτύπου που φορούσε κινητήρα από Peugeot 505 Turbo. To δημιούργημα αυτό, πολύ βιοτεχνικό, εγκαταλείφθηκε εις όφελος ενός πιο φιλόδοξου πρότζεκτ που για καρδιά του θα είχε τον V6 Turbo PRV, το ίδιο 3λιτρο μοτέρ που φορούσε το Renault 25 V6 Turbo.

Ventouri 260 Atlantique
Ταχύτατο και ομοιογενές, το 260 με τον V6 PRV τούρμπο 2.8 αναδείχτηκε στην πιο επιτυχημένη έκδοση της σύντομης εποποιίας της Venturi.


Τους τρεις άνδρες ήρθε να συνδράμει ο Jean Rondeau. O οδηγός, κατασκευαστής και νικητής των 24 Ωρών του Le Mans του 1980, ενεπλάκη με τη σειρά του σε αυτήν την περιπέτεια για να εξελίξει το σασί και τις αναρτήσεις. Κοντά σε αυτόν και ο Jean-Pierre Beltoise και ο Mauro Bianchi, παλιός οδηγός της Alpine Renault, που συμμετείχαν στις πρώτες δοκιμές εξέλιξης στον δρόμο. 

Με λανσάρισμα το 1986, η τελική έκδοση παραγωγής της Venturi επιβλήθηκε μονομιάς ως μια αδιαμφισβήτητη αισθητική επιτυχία. Προκαλώντας τη σιλουέτα της Lotus Esprit, η γραμμή του αυτοκινήτου συνταίριαζε τη λιτή γοητεία και τα πολύτιμα αεροδυναμικά στοιχεία που του εξασφάλιζαν το καλό πάτημα στον δρόμο σε υψηλή ταχύτητα.

Με αυτοφερόμενο πλαίσιο μεγάλης στρεπτικής ακαμψίας και κοφτερό εμπρός σύστημα με διπλά ψαλίδια και πολλαπλούς συνδέσμους πίσω, η Venturi 260 έκανε πάρτι επίσης και στις φιδίσιες διαδρομές. Σχεδόν σωστό σε επιδόσεις με τον «γηραλέο» κινητήρα PRV, ωρίμασε για τα καλά το 1990, υιοθετώντας τον 2.8 V6 τούρμπο. Ισχυρό, γρήγορο και ελαστικό (430+ Nm από τις 2.000 rpm), αυτό το Venturi φιγουράριζε ανάμεσα στα δέκα ταχύτερα αυτοκίνητα στον κόσμο.

Ventouri 260 Atlantique
Παρότι το μοτέρ δεν είχε ευγενική καταγωγή, έφτανε και αρκούσε στο Venturi για να τα βάζει στον δρόμο με ό,τι καλύτερο (και ακριβότερο) κυκλοφορούσε στην πιάτσα των GT.


Σε αντίθεση όμως με τα δυναμικά πλεονεκτήματα και τη σοβαρότητα στην κατασκευή του, η εμπορική επιτυχία του σημείωνε χαμηλές πτήσεις, αφενός λόγω της ορατότητας, αφετέρου λόγω έλλειψης ενός πραγματικού δικτύου διανομής.

Οι δυσκολίες αυτές έκοβαν την όρεξη όσων θα ήθελαν να επενδύσουν στη διανομή της Venturi ή των εμπόρων που ήδη διατηρούσαν επιχειρήσεις που εμπορεύονταν εξωτικά ή λιγότερο εξωτικά αυτοκίνητα. Κατάσταση που οδήγησε μοιραία στη διακοπή του εγχειρήματος το 1999. Και την κήρυξη πτώχευσης το 2000.

Την ίδια χρονιά, ο Μονεγάσκος Gildo Pallanca Pastor αγόρασε τη Venturi και αποφάσισε να επικεντρωθεί στους ηλεκτροκινητήρες. Αυτή η αλλαγή προσανατολισμού ήταν που γέννησε το περιορισμένης παραγωγής Fétish, το πρώτο ηλεκτρικό σπόρτσκαρ στον κόσμο. Η υποδοχή του Fétish ήταν ενθουσιώδης από το κοινό, οδηγώντας σε ακόμη πέντε καινοτόμα, πρωτότυπα αυτοκίνητα.

Ventouri 260 Atlantique
Καθαρό και λιτό όπως οι γραμμές του αυτοκινήτου, τo ταμπλό και η ατμόσφαιρα της καμπίνας γενικότερα ξεχώριζαν για το καλό γούστο που συνδυαζόταν με ακριβό δέρμα και -κατά περίπτωση- ξύλο -δείτε στην γκάλερι.


Ο ηλεκτρικός πυρετός της Venturi ήταν που την ώθησε να γίνει η πρώτη ομάδα που εντάχθηκε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Formula Ε, υπό την ονομασία ROKiT Venturi Racing, με οδηγούς τους Felipe Massa και Edoardo Mortara. Σήμερα, η Venturi ειδικεύεται στην εξέλιξη ηλεκτρικών οχημάτων υψηλής απόδοσης που προορίζονται να σπάσουν ρεκόρ ή να λειτουργήσουν σε ακραίες συνθήκες.

Έναν χρόνο πριν η «θερμική» Venturi κατεβάσει ρολά, τον Ιούλιο του 1998, είχα την τύχη να γνωρίσω τον αντιπρόσωπό της στο Χονγκ Κονγκ. Επρόκειτο για μια τελείως τυχαία γνωριμία, καθώς πιάσαμε κουβέντα στην επίσημη παρουσίαση της Maserati 3200GT στο Polo de Paris. H γνωριμία μας συνεχίστηκε σε ένα εκπληκτικό κινεζικό εστιατόριο (δεν το ’πιανε το μάτι σου) στο 17ο Διαμέρισμα του Παρισιού και την άλλη μέρα που διαμεσολάβησε για να μου δώσουν να κάνω βόλτα με μια Venturi 300 Atlantique. Παίρνοντας έτσι μυρωδιά την ευκαιρία που χάθηκε και, στο μέτρο του δυνατού, που αντιλήφθηκα τη σοβαρότητα της κατασκευής αυτών των αυτοκινήτων.

Ventouri 260 Atlantique

Αν σήμερα θελήσει κάποιος να αποκτήσει μια Venturi 210 ή 260, η υπόθεση δεν είναι πανάκριβη. Για μια 260 Coupé SPC σε πολύ καλή κατάσταση η τιμή δεν υπερβαίνει τις 50 χιλιάδες, ενώ για μια 260 Atlantique θα χρειαστεί μέχρι 70.000. Για μια 210 η τιμή είναι ελαφρώς πιο χαμηλή. 

H Venturi 260 με μια ματιά
Κινητήρας 6κύλινδρος σε V, τούρμπο, στο κέντρο
Χωρητικότητα 2.849 cc
Τροφοδοσία Ψεκασμός πολλαπλών σημείων Renix-EIA, τούρμπο Garrett T3, ιντερκούλερ
Ισχύς 260 PS/5.750 rpm 
Ροπή 432 Nm/2.000 rpm
Κιβώτιο Χειροκίνητο 5τάχυτο
Διαστάσεις 4,09 x 1,70 x 1,17 m
Μεταξόνιο 2,4 m
Ρεζερβουάρ 90 lt
Βάρος 1.265 kg
Φρένα Αεριζόμενα δισκόφρενα σε όλους τους τροχούς, 280 mm εμπρός και πίσω 
Λάστιχα Michelin MXX 205/55 ZR16 εμπρός, Michelin MXX 245/55 ZR16 πίσω
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
0-100 km/h 5,2”
0-400 m 13,2”
0-1.000 m 24,4”
Τελική ταχύτητα 270 km/h
Κατανάλωση 11,3 lt/100 km
Παραγωγή 264 αυτοκίνητα (1984-1994)
Τιμή σήμερα Από €60.000 έως €75.000 (πολύ καλή έως άριστη κατάσταση) 

node/39087

Στην παραγωγή ξανά η Aston Martin DB5 του James Bond

Η Aston Martin DB5 που οδηγούσε ο James Bond ξαναβγαίνει σε 25 αντίτυπα, με όλα τα gadget του «007» και εξωφρενική τιμή.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020 | Αλέξης Γαλανόπουλος Επικοινωνία

Στην παραγωγή ξανά η Aston Martin DB5 του James Bond

Η Aston Martin είχε αποκαλύψει εδώ και καιρό τα σχέδιά της για την κατασκευή κάποιων DB5 με τις προδιαγραφές που είχε το αυτοκίνητο του James Bond στην ταινία Goldfinger. Και σήμερα, 55 χρόνια μετά την κατάργηση της DB5, η παραγωγή αυτών των 25 πολύ ξεχωριστών αυτοκινήτων έχει ξεκινήσει.

Η Aston Martin DB5 Goldfinger κατασκευάζεται από το Heritage Division της φίρμας, σε συνεργασία με την EON Productions, την εταιρία παραγωγής των ταινιών James Bond. Κι αυτό γιατί αυτό το «continuation» θα περιλαμβάνει πολλά από τα gadget που είχε και το αυτοκίνητο του Βρετανού πράκτορα, όπως μηχανισμούς δημιουργίας καπνού και ψεκασμού λαδιού πίσω, αναδιπλούμενες πινακίδες κυκλοφορίας, πυροβόλα που αναδύονται από το εμπρός μέρος (μη ενεργά…), οθόνη ραντάρ στο ταμπλό κ.ά.

Για την κατασκευή της «νέας» DB5 συνδυάζεται η προσοχή στη λεπτομέρεια που είχαν οι χειροποίητες Aston Martin εκείνης της εποχής με τη μοντέρνα, σημερινή τεχνολογία, και απαιτούνται 4.500 ώρες δουλειάς. Δεν πρόκειται για αποκατάσταση παλιών DB5, αλλά για καινούργια αυτοκίνητα, φτιαγμένα από το μηδέν, με ατσάλινο πλαίσιο και αλουμινένιο αμάξωμα. Κάτω από το καπό βρίσκεται ένας ατμοσφαιρικός, 5λιτρος 6κύλινδρος με τρία διπλά καρμπιρατέρ SU, που αποδίδει περίπου 290 PS. Το 5άρι κιβώτιο είναι της ZF, και στέλνει την κίνηση σε ένα μηχανικό μπλοκέ διαφορικό.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ Σε δημοπρασία η Aston Martin DB5 του James Bond [video]

Η Aston Martin DB5 Goldfinger απευθύνεται στους πιο φανατικούς αλλά και πιο εύπορους φίλους του James Bond, αφού η τιμή της αγγίζει τα €3.000.000 προ φόρων. Μάλιστα, οι 25 αγοραστές δεν θα μπορούν να χαρούν το νέο τους απόκτημα όπου θέλουν, αφού η DB5 Goldfinger δεν διαθέτει έγκριση τύπου για έκδοση πινακίδων και κυκλοφορία στο δρόμο!

Ο υπεύθυνος του Heritage Division της φίρμας, Clive Wilson, δήλωσε: «Είμαστε ενθουσιασμένοι που βλέπουμε την πρώτη νέα DB5 να παίρνει σιγά-σιγά την τελική της μορφή. Έχουν περάσει πάνω από 50 χρόνια από τότε που φτιάχτηκε εδώ ένα τέτοιο μοντέλο. Σήμερα γινόμαστε μέρος της ιστορίας της Aston Martin, κάνουμε κάτι για το οποίο θα έχουμε να λέμε στα εγγόνια μας».

Υπενθυμίζουμε ότι η DB5 Goldfinger αποτελεί το δεύτερο μοντέλο «continuation» της Aston Martin, μετά από την DB4 GT.

[Πηγή: Aston Martin]